Καὶ μαρτυροῦσι Μωϋσῆς καὶ Δαβὶδ καὶ Παῦλος οἱ ἅγιοι καὶ ὁ τούτων Δεσπότης Χριστός, ὁ μέν, μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς τὸν προπάτορα ἱστορήσας, καὶ ἄλλοθι εἰπών, οὐ γὰρ ἥκατε ἕως τοῦ νῦν εἰς τὴν κατάπαυσιν καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν. Ὁ δέ, χορτασθήσομαι, βοῶν, ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου· καὶ ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἰσχυρὸν τὸν ζῶντα, πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ Φιλιππησίοις μὲν γράφων, εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν, οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἴ γε καταλάβω, ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ· Ἑβραίοις δέ, ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων, ὁ Θεός. Καὶ πάλιν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ μηδένα κομίσασθαι τὰς ἐπαγγελίας διαβεβαιούμενος. Ὁ δέ, δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
Μετάφραση
Και μαρτυρούν γι' αυτό οι άγιοι Μωυσής και Δαβίδ και Παύλος, καθώς και ο Δεσπότης τους, ο Χριστός. Ο μεν πρώτος, εξιστορώντας ότι ο προπάτορας δεν γεύτηκε από το ξύλο της ζωής, και λέγοντας αλλού: «διότι δεν έχετε φτάσει μέχρι τώρα στην κατάπαυση και στην κληρονομιά, την οποία ο Κύριος ο Θεός μας σας δίνει». Ο δεύτερος, αναφωνώντας: «θα χορτάσω, όταν μου φανερωθεί η δόξα σου»· και «δίψασε η ψυχή μου για τον Θεό τον ισχυρό, τον ζωντανό· πότε θα έρθω και θα εμφανιστώ μπροστά στο πρόσωπο του Θεού;». Ο τρίτος, γράφοντας στους Φιλιππησίους: «μήπως και κατορθώσω να φθάσω στην ανάσταση των νεκρών· όχι ότι ήδη το έλαβα ή έχω ήδη τελειωθεί, αλλά επιδιώκω μήπως και το κατακτήσω, όπως και εγώ κατακτήθηκα από τον Ιησού Χριστό»· και στους Εβραίους: «διότι αυτός που εισήλθε στην κατάπαυσή του, αναπαύθηκε και ο ίδιος από τα έργα του, όπως ακριβώς ο Θεός από τα δικά του». Και πάλι στην ίδια επιστολή διαβεβαιώνει ότι κανείς δεν έλαβε τις επαγγελίες. Ο δε Χριστός λέει: «ελάτε προς εμένα, όλοι οι κοπιάζοντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θα σας αναπαύσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες