Καὶ τὴν μὲν ἡμέραν τῶν σαλπίγγων τῇ νεομηνίᾳ τῇ ἑβδόμῃ μηνὸς δηλοῖ· τὸ δὲ παράγγελμα τῆς μεγάλης νηστείας, ἵν᾽ ἐν αὐτῷ τῷ ἑβδόμῳ μηνὶ δεκάτῃ τοῦ μηνὸς ποιῶσι ταύτην, ἥντινα Σάββατα σαββάτων καὶ ἄφεσιν ἁμαρτίας καλεῖ. Περιέχει τὴν σκηνοπηγίαν τῇ ιεʹ τοῦ αὐτοῦ μηνός. Καὶ περὶ ἑορτῶν, καὶ τῶν ἐν αὐταῖς ὀφειλόντων προσφέρεσθαι. Καὶ περὶ ἀφέσεως τῶν πιπρασκομένων Ἑβραίων, καὶ χρεῶν ἀποκοπῆς, καὶ περὶ ἀναπαύσεως τῆς γῆς κατὰ ζʹ ἔτη ὀφειλούσης γίνεσθαι. Ἐξηγεῖται πάλιν τε ὑπόμνησιν νομίμων καὶ προσταγμάτων καὶ μαρτυριῶν. Περιέχει καὶ ἐπαγγελίας μὲν τοῖς φυλάσσουσιν αὐτὴν, ἀπειλὰς δὲ τοῖς παραβαίνουσι δεινοτάτας. Τὴν δὲ διαστολὴν καὶ τὴν αἰτίαν τῶν καθαρῶν καὶ ἀκαθάρτων βρωμάτων οὕτω ποιεῖται. Καὶ τὰ μὲν ἀπὸ κτηνῶν καθαρὰ τὰ τοιαῦτα λέγει, τὰ διχηλοῦντα ὁπλὴν καὶ ὀνυχιστῆρας, ὀνυχίζοντα δύο χηλῶν, καὶ ἀνάγοντα μηρυκισμόν· οἷά ἐστι μόσχος, πρόβατον, αἲξ, ἔλαφος, βούβαλος, δορκὰς, ὄρυξ, πύγαργος, τραγέλαφος, καμηλοπάρδαλις, καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰ δέ τινα ἀπὸ τούτων ἐνέλιπε, ἀκάθαρτόν ἐστιν· οἷά ἐστιν ὁ κάμηλος καὶ ὁ δασύπους καὶ ὁ χοιρόγρυλλος· ταῦτα γὰρ μηρυκᾶται μὲν, οὐ διχηλεῖ δὲ ὁπλήν· καὶ ὁ ὗς· καὶ οὗτος διχηλεῖ μὲν καὶ ὀνυχίζει, οὐ μηρυκᾶται δέ. Ἀπὸ δὲ τῶν πετεινῶν, ἃ κελεύει μὴ ἐσθίειν, ταῦτά ἐστιν· τὸν ἀετὸν, τὸν γρῦπα, τὸν ἁλιέα [l.
Μετάφραση
Και την μεν ημέρα των σαλπίγγων την προσδιορίζει κατά τη νουμηνία του έβδομου μήνα· το δε παράγγελμα της μεγάλης νηστείας [ορίζει] να την τηρούν στον ίδιο έβδομο μήνα, τη δέκατη ημέρα του μήνα, την οποία ονομάζει Σάββατο σαββάτων και άφεση αμαρτιών. Περιλαμβάνει την εορτή της Σκηνοπηγίας τη δέκατη πέμπτη του ίδιου μήνα. Και κάνει λόγο περί των εορτών, και περί των όσων οφείλουν να προσφέρονται σε αυτές. Και περί της απελευθέρωσης των Εβραίων που πωλούνταν ως δούλοι, και της διαγραφής των χρεών, και περί της ανάπαυσης της γης που οφείλει να γίνεται κάθε επτά έτη. Εξηγεί επίσης πάλι προς υπενθύμιση τα νόμιμα, τα προστάγματα και τα μαρτύρια. Περιέχει δε υποσχέσεις για εκείνους που την τηρούν, αλλά και φοβερότατες απειλές για όσους την παραβαίνουν. Τον δε διαχωρισμό και την αιτία [της διάκρισης] των καθαρών και των ακάθαρτων τροφών τα καθορίζει ως εξής. Από μεν τα κτήνη ονομάζει καθαρά τα εξής: όσα έχουν διχαλωτή οπλή και νύχια, σχηματίζοντας νύχια από δύο οπλές, και όσα αναμασούν την τροφή τους (μηρυκάζουν)· όπως είναι το μοσχάρι, το πρόβατο, η κατσίκα, το ελάφι, ο βούβαλος, το ζαρκάδι, ο όρυγας, ο πύγαργος, ο τραγέλαφος, η καμηλοπάρδαλη, και τα παρόμοια. Εάν όμως κάποιο υστερεί σε αυτά [τα γνωρίσματα], είναι ακάθαρτο· όπως είναι η καμήλα και ο λαγός (δασύπους) και ο χοιρόγρυλλος· διότι αυτά αναμασούν μεν την τροφή τους, αλλά δεν έχουν διχαλωτή οπλή· το ίδιο και ο χοίρος· διότι και αυτός έχει μεν διχαλωτή οπλή και νύχια, αλλά δεν μηρυκάζει. Από δε τα πτηνά, εκείνα που προστάζει να μην τρώνε, είναι τα εξής: τον αετό, τον γύπα, τον αλιέα [l.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες