Εἶτ᾽ ἐπιλογισάμενος τί δέοι πράττειν, εἰ μακρὰν ἀφεστὼς εἴη ὁ πρὸς αὐτοῦ δηλούμενος τόπος, ὁ δὲ καρπὸς τῶν γενημάτων πολύς, πῶς δέοι παρακομίζειν οἴκοθεν εἰς τὸν τοῦ θεοῦ τόπον τοὺς ἐπετείους καρποὺς τῆς ὁλοκαυτώσεως, καὶ περὶ τούτου τόνδε τίθησι τὸν νόμον· «ἐὰν δὲ μακρὰν γένηται ἀπὸ σοῦ ἡ ὁδός, καὶ μὴ δυνήσῃ ἀναφέρειν αὐτά, ὅτι μακρὰν ἀπὸ σοῦ ὁ τόπος ὃν ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός σου, ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅτι εὐλογήσῃ σε κύριος ὁ θεός σου, καὶ ἀποδώσεις αὐτὰ ἀργυρίου, καὶ λήψῃ τὸ ἀργύριον ἐν ταῖς χερσί σου, καὶ πορεύσῃ εἰς τὸν τόπον ὃν ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός σου αὐτόν, καὶ δώσεις τὸ ἀργύριον ἐπὶ παντὸς οὗ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή σου, ἐπὶ βουσίν, ἢ ἐπὶ προβάτοις, ἢ ἐπὶ οἴνῳ, ἢ ἐπὶ σικέρᾳ, ἢ ἐπὶ παντὸς οὗ ἂν ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή σου, καὶ φαγῇ ἐκεῖ ἐναντίον κυρίου τοῦ θεοῦ σου». καὶ αὖθις τὸν τόπον ἐπισφραγίζεται ὧδέ πως φάσκων· «πᾶν πρωτότοκον ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν τοῖς βουσί σου, καὶ ἐν τοῖς προβάτοις σου, τὰ ἀρσενικὰ ἀποίσεις κυρίῳ τῷ θεῷ σου. οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ, καὶ μὴ κείρῃς τὸ πρωτότοκον τῶν προβάτων σου· ἐναντίον κυρίου τοῦ θεοῦ φαγῇ αὐτὸ ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ, ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός σου, σὺ καὶ ὁ οἶκός σου».
Μετάφραση
Έπειτα, αναλογιζόμενος τι θα έπρεπε να πράξει κανείς, εάν ο τόπος που υποδείχθηκε σε αυτόν απέχει πολύ και η παραγωγή των γεννημάτων είναι άφθονη, πώς δηλαδή θα έπρεπε να μεταφέρει από την οικία του στον τόπο του Θεού τους ετήσιους καρπούς για την ολοκαύτωση, θεσπίζει και για αυτό το ζήτημα τον εξής νόμο: «Εάν όμως ο δρόμος είναι μακρύς από εσένα, και δεν μπορείς να τα μεταφέρεις, επειδή απέχει πολύ από εσένα ο τόπος που θα εκλέξει ο Κύριος ο Θεός σου για να επικληθεί εκεί το όνομά του, διότι θα σε έχει ευλογήσει ο Κύριος ο Θεός σου, τότε θα τα πουλήσεις αντί αργυρίου, και θα πάρεις το αργύριο στα χέρια σου, και θα πορευθείς στον τόπο τον οποίο θα εκλέξει ο Κύριος ο Θεός σου. Και θα δώσεις το αργύριο για οτιδήποτε επιθυμεί η ψυχή σου, για βόδια ή για πρόβατα ή για οίνο ή για σίκερα ή για οτιδήποτε άλλο επιθυμεί η ψυχή σου, και θα φας εκεί ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου». Και πάλι, επισφραγίζει τον ορισμό του τόπου αυτού λέγοντας τα εξής: «Κάθε πρωτότοκο που θα γεννηθεί στα βόδια σου και στα πρόβατά σου, τα αρσενικά, θα τα προσφέρεις στον Κύριο τον Θεό σου. Δεν θα χρησιμοποιήσεις για εργασία το πρωτότοκο μοσχάρι, ούτε θα κουρέψεις το πρωτότοκο των προβάτων σου· θα το τρως ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου κάθε χρόνο, στον τόπο που θα εκλέξει ο Κύριος ο Θεός σου, εσύ και ο οίκος σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες