τί δὲ ἦν ἡ κατάρα τοῦ νόμου; ἀλλὰ κατάρα τοῦ νόμου σταυρὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας. ἐὰν γάρ τις καταληφθῇ ἐν παραπτώματι, ἔλεγεν ὁ νόμος «καὶ κρεμάσητε αὐτὸν ἐπὶ ξύλου· οὐ μὴ δύνῃ ὁ ἥλιος ἐπ᾽ αὐτῷ ἐπὶ τῷ θνησιμαίῳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καθελόντες καθελεῖτέ τε αὐτὸν καὶ θάψαντες θάψατε αὐτὸν πρὸ δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅτι ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ τοῦ ξύλου». ἐπεὶ οὖν διὰ τὴν σταύρωσιν ἡ κατάρα προσετέτακτο, ἐλθὼν δὲ αὐτὸς «τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνήνεγκεν ἐπὶ ξύλου», «ὑπὲρ ἡμῶν ἑαυτὸν δεδωκώς», τὸ αἷμα αὐτοῦ ἡμᾶς ἠγόρασε, τὸ σῶμα αὐτοῦ ἡμῶν τὰς κατάρας ἔλυσε, τουτέστι λύσας τὰς ἁμαρτίας διὰ τῆς τοῦ σταυροῦ μετανοίας καὶ τῆς αὐτοῦ παρουσίας. οὔτε οὖν ὁ νόμος κατάρα (μὴ γένοιτο), οὔτε τὸ εὐαγγέλιον ἔλαβε τὴν κατάραν οὔτε ὁ κύριος, ἀλλὰ διὰ τῆς προφάσεως τοῦ αὐτοῦ θανάτου λέλυται ὁ θάνατος ὁ κατὰ τῆς ἁμαρτίας. 80. Εἶτά φησιν ὅτι ὁ νόμος «διακονία ἦν τοῦ θανάτου». ἤδη 〈δὲ〉 περὶ τούτου πολλὰ εἴπομεν, ὅτι οὐκ αὐτὸς ἦν διάκονος θανάτου. οὔτε γὰρ ἔλεγε φονεύειν, ἀλλ᾽ ἐκέλευσε λέγων «μὴ φονεύσῃς». ἐπειδὴ δὲ ἐφόνευσε τὸν φονεύοντα, ἵνα ἀναιρεθῇ διὰ τοῦ ἑνὸς τοῦ φονευθέντος ἡ τοῦ φόνου ἐνέργεια καὶ δι᾽ ἕνα φοβηθέντες πολλοὶ κατάσχωσι τὴν ἀδικίαν τοῦ μηκέτι φονεύειν, ἡ διακονία ἦν θανάτου, οὐχ ἵνα θάνατον διακονήσῃ, ἀλλ᾽ ἵνα θάνατον τῷ φονευτῇ ἐργάσηται, ἵνα μηκέτι φονευταὶ πολλοὶ γίνωνται.
Μετάφραση
Τι ήταν λοιπόν η κατάρα του νόμου; Αλλά κατάρα του νόμου είναι ο σταυρός εξαιτίας των αμαρτιών. Διότι, εάν κάποιος συλληφθεί σε παράπτωμα, έλεγε ο νόμος: «και τον κρεμάσετε επί ξύλου· ας μη δύσει ο ήλιος πάνω στο νεκρό του σώμα, αλλά αφού τον κατεβάσετε, να τον θάψετε πριν από τη δύση του ηλίου, διότι είναι επικατάρατος καθένας που κρέμεται πάνω στο ξύλο». Επειδή λοιπόν η κατάρα είχε οριστεί για τη σταύρωση, όταν ήλθε ο Ίδιος και «σήκωσε τις αμαρτίες μας επί του ξύλου», «προσφέροντας τον εαυτό Του υπέρ ημών», το αίμα Του μας εξαγόρασε, το σώμα Του έλυσε τις κατάρες μας, δηλαδή έλυσε τις αμαρτίες μέσω της μετάνοιας του σταυρού και της δικής Του παρουσίας. Ούτε λοιπόν ο νόμος είναι κατάρα (μη γένοιτο), ούτε το ευαγγέλιο έλαβε την κατάρα ούτε ο Κύριος, αλλά με αφορμή τον δικό Του θάνατο καταλύθηκε ο θάνατος που επιβλήθηκε για την αμαρτία. 80. Έπειτα λέγει ότι ο νόμος «ήταν διακονία του θανάτου». Ήδη όμως για το θέμα αυτό είπαμε πολλά, ότι ο ίδιος δεν ήταν διάκονος του θανάτου. Διότι ούτε έλεγε να φονεύεις, αλλά πρόσταζε λέγοντας: «μη φονεύσεις». Επειδή όμως φόνευσε αυτόν που διαπράττει φόνο, προκειμένου να καταργηθεί μέσω του ενός που θανατώθηκε η πράξη του φόνου, και αφού φοβηθούν πολλοί εξαιτίας του ενός, να συγκρατήσουν την αδικία ώστε να μη φονεύουν πλέον, ήταν διακονία του θανάτου, όχι για να υπηρετήσει τον θάνατο, αλλά για να επιφέρει τον θάνατο στον φονιά, ώστε να μη γίνονται πλέον πολλοί φονιάδες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες