Ὅτι μέντοι ἡ νεᾶνις ἐπὶ παρθένων ἰδίως ὠνομάσθη, δῆλον ἐκ τῶν ἐν τῷ Δευτερονομίῳ οὕτως εἰρημένων· Ἐὰν δὲ ἐν τῷ πεδίῳ εὕρῃ τὴν παῖδα τὴν μεμνηστευμένην καὶ βιασάμενος κοιμηθῇ μετ᾽ αὐτῆς, ἀποκτενεῖτε τὸν ἄνθρωπον μόνον, καὶ τῇ νεάνιδι οὐ ποιήσετε οὐδὲν, ὅτι οὐκ ἔστι τῇ νεάνιδι ἁμάρτημα θανάτου· ὅτι ὡς εἴ τις ἐπαναστῇ ἄνθρωπος ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, καὶ φονεύσῃ αὐτόν· οὕτω τὸ πρᾶγμα τοῦτο. Ἐν τῷ πεδίῳ εὗρεν αὐτήν· ἐβόησεν ἡ νεᾶνις, καὶ ὁ βοηθῶν οὐκ ἦν. Ἡ τοίνυν βοῶσα, πρὸ τῆς φθορᾶς, παρθένος ἦν, δηλονότι. Ἴσον οὖν δύναται εἰπεῖν, ἐβόησεν ἡ παρθένος, καὶ ἐβόησεν ἡ νεᾶνις. Καὶ ἐν τῇ τρίτῃ τῶν Βασιλειῶν, ἡ Σωμανῖτις, ἡ συνθάλπουσα τὸν Δαβὶδ, παρθένος οὖσα καὶ ἀνδρὸς ἀπείρατος, νεᾶνις προσαγορεύεται. Εὗρον γὰρ (φησὶ) τὴν Ἀβισὰκ καὶ ἤνεγκαν αὐτὴν πρὸς τὸν βασιλέα· καὶ ἡ νεᾶνις καλὴ ἕως σφόδρα καὶ ἐλειτούργει τῷ βασιλεῖ, καὶ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔγνω αὐτήν.
Μετάφραση
Ότι, βεβαίως, η λέξη «νεάνις» χρησιμοποιήθηκε ειδικά για τις παρθένους, είναι φανερό από όσα αναφέρονται στο Δευτερονόμιο ως εξής: «Εάν όμως βρει κάποιος στο ύπαιθρο τη μνηστευμένη κόρη, και αφού τη βιάσει κοιμηθεί μαζί της, θα θανατώσετε μόνο τον άνδρα, και στη νεάνιδα δεν θα κάνετε τίποτα, διότι δεν υπάρχει στη νεάνιδα αμάρτημα άξιο θανάτου· διότι, όπως ακριβώς εάν επιτεθεί κάποιος άνθρωπος εναντίον του πλησίον του και τον φονεύσει, έτσι είναι και αυτό το πράγμα. Στο ύπαιθρο τη βρήκε· φώναξε η νεάνις, και δεν υπήρχε κανείς να τη βοηθήσει». Επομένως, αυτή που φώναζε, πριν από τη φθορά της, ήταν προφανώς παρθένος. Το ίδιο νόημα έχει λοιπόν το να πει κανείς, «φώναξε η παρθένος», και «φώναξε η νεάνις». Και στο τρίτο βιβλίο των Βασιλειών, η Σωμανίτις, η οποία συνέθαλπε τον Δαβίδ, αν και ήταν παρθένος και δεν είχε γνωρίσει άνδρα, ονομάζεται νεάνις. Διότι λέγει: «Βρήκαν την Αβισάκ και την έφεραν στον βασιλιά· και η νεάνις ήταν πάρα πολύ ωραία και υπηρετούσε τον βασιλιά, και ο βασιλιάς δεν τη γνώρισε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες