Τὸ δὲ καὶ ἀμῶντα σίδηρον τοῖς τοῦ πέλας ὑπενεγκεῖν, ὑπερνήχεταί πως καὶ ὑπερθρώσκει λοιπὸν τὸ φιλάλληλον, καὶ εἰς ὅρους ἤδη τοὺς τῆς πλεονεξίας οἴχεται. Οὐκοῦν ὑπόδειγμα τοῦτο σαφὲς τοῦ μὴ κατακεχρῆσθαι δεῖν ταῖς τῶν ἀδελφῶν ἀγαπήσεσίν ἐστι, τιμᾷν δὲ ταῖς αὐταρκείαις καὶ τὸ φιλάλληλον. Οὐκ ἄκομψον δὲ καθάπερ ἐγῷμαι, τὸν ἐπὶ τῷδε πάλιν εἰς ἡμᾶς καὶ ἑτέροις τισὶν ἐφαρμόσαι λόγον, οἳ τὰς ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῶν διδασκόντων φωνὰς, αἵπερ ἂν ἐκ τοῦ παραχρῆμα καὶ προχείρου γένοιντο, καθάπερ τινὰ τροφὴν δρεπόμενοι νοητὴν, οὐ μέχρι τούτου μένειν ἀνέχονται, πέρα δὲ ὥσπερ ἰόντες τοῦ μέτρου, καὶ οἷά περ εἰς ἄγγος ἐμβάλλοντες, καὶ δέλτοις ἐναποτίθενται, χρηστομαθεῖς μὲν ὄντες λίαν, ἀδικοῦντες δέ πως εἰς ὑπόληψιν ἀδελφοὺς, ὅτι τὸ ἐσχεδιασμένον εὐθὺς, ὥσπερ τι τῶν ἄγαν κατεσκευασμένων, ἐναποτίθενται γραφῇ, Ἀλλ᾽ ὅ γε νόμος, ὦ βέλτιστοι, φαίην ἂν αὐτοῖς, τὸ μηδὲν εἰς ἄγγος ἐμβάλλειν προστέταχεν ἐναργῶς. ΠΑΛΛ. Σφαλερὸν οὖν ἄρα τὸ ἀναμοχλεύειν ὥσπερ ψυχῆς ἀρετὴν, καὶ τὸν εὖ βεβηκότα νοῦν μονονουχὶ κατασείειν ἀποτολμᾷν τῷ τῆς καταχρήσεως περιττῷ. ΚΥΡ. Ἀτρεκὴς ὁ λόγος. Χρῆναι γὰρ δεῖν δεδικαίωκεν ἐναργῶς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, οὐκ ἐπιβουλεύειν ἡμᾶς ἀρετῇ, μετέχειν δὲ μᾶλλον, εἰ τύχοι, τῶν ἐξ ἀρετῆς ἀγαθῶν. Καὶ ἀμυδρὸν ἐπὶ τούτῳ ποιεῖται τὸ αἴνιγμα, καὶ ἐν μικροῖς κομιδῆ τὰ ἀσυγκρίτως ὑπερκείμενα ζωγραφεῖ.
Μετάφραση
Το να χρησιμοποιεί όμως κανείς δρεπάνι στα σπαρτά του πλησίον, ξεπερνά και υπερβαίνει πλέον τη φιλαλληλία, και περνά ήδη στα όρια της πλεονεξίας. Αυτό, λοιπόν, αποτελεί σαφές παράδειγμα του ότι δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση της αγάπης των αδελφών, αλλά να τιμάται η φιλαλληλία με την αυτάρκεια. Δεν είναι άκομψο, όπως νομίζω, να εφαρμόσουμε τον λόγο για αυτό πάλι σε εμάς και σε κάποιους άλλους, οι οποίοι συλλέγουν σαν κάποια νοητή τροφή τις φωνές όσων διδάσκουν στις Εκκλησίες, όσες βέβαια λέγονται αυθόρμητα και πρόχειρα, και δεν ανέχονται να παραμείνουν μέχρι αυτού του σημείου, αλλά προχωρώντας πέρα από το μέτρο, σαν να τις βάζουν σε αγγείο, τις καταγράφουν σε βιβλία, όντας μεν πολύ φιλομαθείς, αλλά αδικώντας κατά κάποιον τρόπο την υπόληψη των αδελφών, διότι αυτό που ειπώθηκε αυθόρμητα το καταγράφουν ακριβώς σαν να ήταν κάτι το εξαιρετικά επεξεργασμένο. Αλλά ο νόμος, ω άριστοι, θα τους έλεγα, έχει προστάξει ξεκάθαρα να μην βάζετε τίποτα σε αγγείο. ΠΑΛΛ. Είναι λοιπόν σφαλερό το να αναμοχλεύει κανείς τρόπον τινά την αρετή της ψυχής, και να αποτολμά να ταρακουνήσει τον καλά στηριγμένο νου με την υπερβολή της κατάχρησης. ΚΥΡ. Ακριβής ο λόγος. Διότι ο Θεός των όλων καθόρισε ξεκάθαρα ότι δεν πρέπει να επιβουλευόμαστε την αρετή, αλλά μάλλον να συμμετέχουμε, αν τυχόν μπορέσουμε, στα αγαθά που προέρχονται από την αρετή. Και δημιουργεί ένα αμυδρό αίνιγμα για αυτό, και απεικονίζει σε πολύ μικρά πράγματα εκείνα που είναι ασυγκρίτως ανώτερα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες