Τοιγάρ τοι παρεὶς τὰ τοιαῦτα, τὰ συννόμως δρώμενα, καὶ οὐκ ἔξω λόγου βασανίζει, λέγων ἐν τῷ Δευτερονομίῳ· «Ἐὰν δέ τις λάβῃ γυναῖκα καὶ συνοικήσῃ αὐτῇ· καὶ ἔσται, ἐὰν μὴ εὕρῃ χάριν ἐναντίον αὐτοῦ· ὅτι εὗρεν ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα, γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου, καὶ ἀποδώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, καὶ ἀποστελεῖ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· καὶ ἐὰν ἀπελθοῦσα γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ, καὶ μισήσῃ αὐτὴν ἀνὴρ ὁ ἔσχατος, καὶ γράψῃ αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου, καὶ δώσῃ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, καὶ ἐξαποστείλῃ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἢ καὶ ἀποθάνῃ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς ὁ ἔσχατος, ὃς ἔλαβεν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα, οὐ δυνήσεται ὁ ἀνὴρ ὁ πρότερον ἐξαποστείλας αὐτὴν, ἐπαναστρέψας λαβεῖν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα, μετὰ τὸ μιανθῆναι αὐτὴν, ὅτι βδέλυγμά ἐστιν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ οὐ μιάνητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ.» Τὴν γὰρ ἐπ᾽ αἰτίαις εὐλόγοις ἀνδρὸς διεσχοινισμένην καὶ ἀνατλᾶσαν ὕβριν τὴν ὑφ᾽ ἑτέρῳ, γνήσιον ποιεῖσθαι σύνοικον, οὐκ ἀσφαλὲς, μᾶλλον δὲ καὶ εἰσάπαν ἀμαθές. «Ὁ γὰρ κατέχων, φησὶ, μοιχαλίδα, ἄφρων καὶ ἀσεβής.» Ὥσπερ δὲ ἀποφάσκει τοῖς ἐμφανῶς αἰσχροῖς καὶ ἀναμφιβόλως κατεγνωσμένοις, τὸ ἐφήδεσθαι δεῖν, οὕτω δὴ πάλιν οὐκ ἐᾷ τὰ σεμνὰ διαβάλλειν, ὡς ἄσεμνα.
Μετάφραση
Γι' αυτό λοιπόν, αφήνοντας τέτοια πράγματα, εξετάζει τα όσα γίνονται σύμφωνα με τον νόμο και διόλου παράλογα, λέγοντας στο Δευτερονόμιο: «Εάν κάποιος πάρει γυναίκα και συζήσει μαζί της, και συμβεί αυτή να μη βρει χάρη στα μάτια του, επειδή βρήκε σε αυτήν κάτι το άσχημο, θα της γράψει διαζύγιο, θα το δώσει στα χέρια της και θα την αποπέμψει από το σπίτι του. Και εάν, αφού φύγει, γίνει γυναίκα άλλου άνδρα, και την μισήσει ο τελευταίος αυτός άνδρας και της γράψει διαζύγιο και το δώσει στα χέρια της και την αποπέμψει από το σπίτι του, ή αν πεθάνει ο τελευταίος αυτός άνδρας, ο οποίος την πήρε για γυναίκα του, δεν θα μπορέσει ο πρώτος άνδρας που την απέπεμψε να επιστρέψει και να την πάρει ξανά για γυναίκα του, μετά τη μόλυνσή της, διότι αυτό είναι βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου, και να μη μολύνετε τη γη που ο Κύριος ο Θεός σας σάς δίνει ως κληρονομιά». Διότι το να κάνει κανείς νόμιμη σύζυγό του εκείνη που χωρίστηκε από τον άνδρα της για εύλογες αιτίες και που υπέστη την ατίμωση να υποταχθεί σε άλλον, δεν είναι ασφαλές, αλλά μάλλον είναι εντελώς ανόητο. «Διότι αυτός που κρατάει μοιχαλίδα», λέει, «είναι άφρων και ασεβής». Και όπως ακριβώς απαγορεύει το να ευχαριστείται κανείς με τα φανερά αισχρά και τα αναμφίβολα καταδικασμένα, έτσι πάλι δεν επιτρέπει να διαβάλλονται τα σεμνά ως άσεμνα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες