γʹ. Ἐπειδὴ δὲ πολλοὺς ἡγοῦμαι καὶ τοῦ ἐγκλήματος, ὅθεν ὁ φόνος ἐτέχθη, τὴν ὑπόθεσιν ἀγνοεῖν, ἀναγκαῖον καὶ τοῦτο ἐξειπεῖν, ἵνα μάθητε τοῦ νομοθέτου τὴν σύνεσιν. Τίς οὖν ἦν ὁ παλαιὸς νόμος, ὃν κατεπάτησε μὲν ὁ Ἡρώδης, ἐξεδίκησε δὲ ὁ Ἰωάννης; Τοῦ τελευτήσαντος ἄπαιδος τὴν γυναῖκα τῷ ἀδελφῷ δίδοσθαι ἔδει. Ἐπειδὴ γὰρ ἀπαραμύθητον κακὸν ὁ θάνατος ἦν, καὶ πάντα ὑπὲρ ζωῆς ἐπραγματεύετο, νομοθετεῖ γαμεῖν τὸν ζῶντα ἀδελφὸν, καὶ ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ τετελευτηκότος τὸ τικτόμενον καλεῖν παιδίον, ὥστε μὴ διαπεσεῖν τὴν οἰκίαν τὴν ἐκείνου.
Μετάφραση
γ΄. Επειδή, όμως, θεωρώ ότι πολλοί αγνοούν και την αιτία του εγκλήματος από το οποίο γεννήθηκε ο φόνος, είναι αναγκαίο να εξηγήσω και αυτό, για να κατανοήσετε τη σύνεση του νομοθέτη. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο παλαιός νόμος, τον οποίο καταπάτησε μεν ο Ηρώδης, υπερασπίστηκε δε ο Ιωάννης; Η γυναίκα εκείνου που πέθαινε άτεκνος έπρεπε να δίνεται στον αδελφό του. Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος ήταν απαρηγόρητο κακό και όλες οι προσπάθειες απέβλεπαν στη διατήρηση της ζωής, (ο νόμος) ορίζει να νυμφεύεται τη χήρα ο εν ζωή αδελφός, και το παιδί που θα γεννηθεί να λαμβάνει το όνομα του νεκρού, ώστε να μην εκλείψει ο οίκος εκείνου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες