Ὡς γὰρ ἐρωτηθεὶς ὁ Δαυὶδ καὶ διὰ τί ἐκλέλοιπεν ὅσιος, ἀποκρίνεται· 〈Ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.〉 Ὥσπερ γὰρ τότε ἀθυμεῖ καὶ στενάζει ἰατρὸς ὅτε ἴδῃ ὅτι αἱ δυνάμεις τοῦ πυρέττοντος ὠλιγώθησαν, ὅτι οἱ τόνοι τῆς φύσεως ἐδαπανήθησαν, οὕτως ἐκλείπει τῇ λύπῃ ὁ ὅσιος ὁρῶν 〈ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων,〉 ὅτι εἰς μακρονοσίαν ὁ κόσμος ἐξέπεσεν, ὅτι αἱ δυνάμεις τῶν θεοπνεύστων γραφῶν ἐν αὐτοῖς ἠλαττόνησαν, ὅτι ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέφουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐξετράπησαν. 〈Ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.〉 Καὶ ὥσπερ κυβερνητῶν ἀπώλεια τῶν πλοίων ναυάγια, καὶ ποιμένων ἀπουσία προβάτων ὄλεθρος, καὶ γεωργῶν ἀμέλεια χωρίων ἀφανισμός, οὕτω καὶ τῶν ὁσίων ἡ ἔκλειψις τοῦ κόσμου κατάλυσις. Ὁσιότης δέ ἐστιν ἡ πρὸς τὸν θεὸν καθοσίωσις, καὶ ἐκεῖνος ὅσιος ὁ ἑαυτὸν διὰ πίστεως καθοσιώσας καὶ ἀφιερώσας τῷ θεῷ. Ὅθεν περὶ τοῦ θεὸν καταλιμπάνοντος καὶ ἀρνουμένου τὸ πρὸς θεὸν σέβας ἔλεγεν ὁ Μωυσῆς· Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· 〈Ὅσιά μοι γένοιτο〉 ἐν τῷ ἀποστῆναι ἀπὸ κυρίου. Ὥσπερ οὖν ὁ τοῦ θεοῦ ἀποστάτης ἀνόσιος λέγεται, οὕτως ὁ τῷ θεῷ διὰ πίστεως οἰκειωθεὶς ὅσιος. 〈Ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι,〉 ὡς ἐν καιρῷ ἀφορίας οἱ καρποί.
Μετάφραση
Διότι, όταν ερωτήθηκε ο Δαβίδ για ποιο λόγο εξέλιπε ο όσιος, απαντά: «Διότι ελαττώθηκαν οι αλήθειες από τους υιούς των ανθρώπων». Διότι, όπως ακριβώς τότε αποθαρρύνεται και στενάζει ο ιατρός, όταν δει ότι οι δυνάμεις αυτού που έχει πυρετό ελαττώθηκαν, ότι η αντοχή της φύσεως εξαντλήθηκε, έτσι καταβάλλεται από τη λύπη ο όσιος βλέποντας «ότι ελαττώθηκαν οι αλήθειες από τους υιούς των ανθρώπων», ότι ο κόσμος ξέπεσε σε μακροχρόνια ασθένεια, ότι η επίδραση των θεόπνευστων γραφών ελαττώθηκε μέσα τους, ότι από την αλήθεια αποστρέφουν την ακοή τους και στράφηκαν προς τους μύθους. «Διότι ελαττώθηκαν οι αλήθειες από τους υιούς των ανθρώπων». Και όπως η απώλεια των κυβερνητών προκαλεί ναυάγια στα πλοία, και η απουσία των ποιμένων όλεθρο στα πρόβατα, και η αμέλεια των γεωργών αφανισμό στα κτήματα, έτσι και η έκλειψη των οσίων επιφέρει την κατάλυση του κόσμου. Οσιότητα δε είναι η ολοκληρωτική αφοσίωση προς τον Θεό, και όσιος είναι εκείνος που καθιέρωσε και αφιέρωσε τον εαυτό του στον Θεό μέσω της πίστεως. Γι' αυτό, σχετικά με εκείνον που εγκαταλείπει τον Θεό και αρνείται τον σεβασμό προς τον Θεό, έλεγε ο Μωυσής: Μην πεις μέσα στην καρδιά σου: «Όσια ας γίνουν σε εμένα» ενώ έχεις αποστατήσει από τον Κύριο. Όπως λοιπόν ο αποστάτης του Θεού ονομάζεται ανόσιος, έτσι και αυτός που έχει οικειωθεί με τον Θεό μέσω της πίστεως ονομάζεται όσιος. «Διότι ελαττώθηκαν οι αλήθειες», όπως ακριβώς οι καρποί σε καιρό αφορίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες