Ἀροήρ (Deut 3, 12; 4, 48), «ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χείλους χειμάρρου Ἀρνών». πόλις Μωάβ, ἣν εἶχόν ποτε «οἱ Ὀμμείν», ἔθνος ἀρχαῖον, ὃ ἀνεῖλον οἱ υἱοὶ Λὼτ οἱ ἀπὸ Μωάβ. καὶ δείκνυται εἰς δεῦρο ἐπ᾽ ὀφρύος τοῦ ὄρους κειμένη, ὅ τε χειμάρρους ὁ διὰ τῆς φάραγγος ἐπὶ τὴν νεκρὰν θάλασσαν ἐκπίπτων. γέγονεν δὲ ἡ Ἀροὴρ κλήρου φυλῆς Γάδ, καὶ λέγεται εἶναι «κατὰ πρόσωπον Ῥαββά».
Μετάφραση
Αροήρ (Δευτ. 3, 12· 4, 48), «η οποία βρίσκεται επί του χείλους του χειμάρρου Αρνών». Πόλη του Μωάβ, την οποία κατείχαν κάποτε «οι Ομμείν», έθνος αρχαίο, το οποίο εξολόθρευσαν οι υιοί του Λωτ που προέρχονταν από τον Μωάβ. Και δεικνύεται μέχρι σήμερα να κείται επί της οφρύος του όρους, καθώς και ο χείμαρρος ο οποίος εκβάλλει διαμέσου της φάραγγας στη Νεκρά Θάλασσα. Περιήλθε δε η Αροήρ στον κλήρο της φυλής Γαδ, και λέγεται ότι βρίσκεται «κατά πρόσωπον της Ραββά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες