Ἀσηδώθ (Deut 3, 17). πόλις τῶν Ἀμορραίων, ἣ γέγονε φυλῆς Ῥουβίν. λέγεται δὲ Ἀσηδὼθ Φασγώ, ὅ ἐστι λαξευτή. Ἀβαρείμ (Deut 32, 49). ὅρος ἐν ᾧ Μωϋσῆς τελευτᾷ. λέγεται δὲ εἶναι «ὄρος Ναβαῦ ὅ ἐστιν ἐν γῇ Μωὰβ ἀντικρὺ Ἱεριχὼ» ὑπὲρ τὸν Ἰορδάνην «ἐπὶ κορυφὴν Φασγώ», καὶ δείκνυται ἀνιόντων ἀπὸ Λιβιάδος ἐπὶ Ἐσβοῦν τῷ αὐτῷ ὀνόματι καλούμενον πλησίον τοῦ Φογὸρ ὄρους οὕτως καὶ εἰς δεῦρο χρηματίζοντος, ἔνθεν καὶ ἡ χώρα εἰς ἔτι νῦν ὀνομάζεται Φασγώ.
Μετάφραση
Ασηδώθ (Δευτ. 3, 17). Πόλη των Αμορραίων, η οποία περιήλθε στη φυλή του Ρουβήν. Ονομάζεται επίσης Ασηδώθ Φασγώ, που σημαίνει λαξευτή. Αβαρείμ (Δευτ. 32, 49). Όρος στο οποίο πέθανε ο Μωυσής. Αναφέρεται ότι είναι το «όρος Ναβαύ που βρίσκεται στη γη Μωάβ, απέναντι από την Ιεριχώ» πέραν του Ιορδάνη, «στην κορυφή Φασγώ», και υποδεικνύεται σε όσους ανεβαίνουν από τη Λιβιάδα προς την Εσβούν, φέροντας το ίδιο όνομα, κοντά στο όρος Φογώρ, το οποίο διατηρεί αυτή την ονομασία μέχρι σήμερα· από εκεί, μάλιστα, και η περιοχή μέχρι τώρα ονομάζεται Φασγώ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες