Ἄκουε, οὐρανὲ, καὶ ἐνωτίζου, γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν. Ἐπειδὴ κατὰ γενεὰν πονηρὰν ἡ προφητεία ἐγένετο, οὐκ ἔχων ἐν τοῖς ἀνθρώποις τοὺς ἀκούοντας, οὐρανῷ καὶ γῇ διαλέγεται. Ἐπὶ γὰρ τούτων τῶν μαρτύρων ὁ νόμος ἐδόθη, Μωϋσέως εἰπόντος· Διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν· καὶ πάλιν· Πρόσεχε, οὐρανὲ, καὶ λαλήσω· καὶ ἀκουέτω γῆ ῥήματα ἐκ στόματός μου. Ἔπρεπεν οὖν τοὺς ὅτε ἐδίδοτο ὁ νόμος παραληφθέντας μάρτυρας, τοὺς αὐτοὺς κληθῆναι ἐπὶ τῷ ἐλέγχῳ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου. Ἐκκλησιάσατε γὰρ (φησὶ) πρός με τοὺς φυλάρχους ὑμῶν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ὑμῶν καὶ τοὺς κριτὰς καὶ τοὺς γραμματοεισαγωγεῖς, ἵνα λαλήσω εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν, καὶ διαμαρτύρομαι αὐτοῖς τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. —Παρατετήρηται δὲ ὅτι ἐναντίως ἔχει ὡς πρὸς τὴν ᾠδὴν ὁ λόγος, ἐνθάδε. Ἐκεῖ μὲν γάρ· Πρόσεχε, οὐρανὲ (ἢ κατὰ τὰς ἄλλας ἐκδόσεις) Ἐνωτίζου, οὐρανέ· καὶ ἀκουέτω γῆ. Ἐνταῦθα δέ· Ἄκουε, οὐρανὲ, καὶ ἐνωτίζου, γῆ. Ὅτι ὅταν μὲν τὰ ὑψηλὰ φρονῇ ὁ λαὸς, καὶ Θεοῦ μὴ ἀποστῇ, ὡς ἐκ τοῦ συνεγγὺς ὄντα τὸν οὐρανὸν προσκαλεῖται, καὶ ἐντίθεσθαι εἰς τὰ ὦτα τοὺς λόγους παρακαλεῖ· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ Ἐνωτίζου. Ὅταν δὲ μακρυνθῇ τῶν οὐρανίων, ὡς μακρὰν ὄντι αὐτῷ διαλέγεται· Ἄκουε, οὐρανέ.
Μετάφραση
Άκουε, ουρανέ, και ενωτίζου, γη, διότι ο Κύριος ελάλησε. Επειδή η προφητεία δόθηκε σε γενεά πονηρή, μην έχοντας ανάμεσα στους ανθρώπους εκείνους που θα την άκουγαν, απευθύνεται στον ουρανό και στη γη. Διότι παρουσία αυτών των μαρτύρων δόθηκε ο νόμος, όταν ο Μωυσής είπε: «Θέτω ενώπιόν σας σήμερα ως μάρτυρες τον ουρανό και τη γη»· και πάλι: «Πρόσεχε, ουρανέ, και θα μιλήσω· και ας ακούσει η γη τα ρήματα από το στόμα μου». Έπρεπε, λοιπόν, οι ίδιοι μάρτυρες που είχαν παραληφθεί όταν δινόταν ο νόμος, να συγκληθούν και κατά τον έλεγχο για την παράβαση του νόμου. Διότι λέει: «Συγκεντρώστε σε εμένα τους φυλάρχους σας και τους πρεσβυτέρους σας και τους κριτές και τους γραμματοεισαγωγείς, για να μιλήσω στα αυτιά τους, και να θέσω ως μάρτυρες απέναντί τους τον ουρανό και τη γη». Έχει δε παρατηρηθεί ότι εδώ η διατύπωση είναι αντίστροφη σε σχέση με την ωδή. Διότι εκεί μεν λέει: «Πρόσεχε, ουρανέ» (ή σύμφωνα με τις άλλες εκδόσεις: «Ενωτίζου, ουρανέ») «και ας ακούσει η γη». Εδώ, όμως, λέει: «Άκουε, ουρανέ, και ενωτίζου, γη». Διότι, όταν μεν ο λαός έχει υψηλό φρόνημα και δεν αποστατεί από τον Θεό, προσκαλεί τον ουρανό σαν να βρίσκεται πολύ κοντά, και προτρέπει να εναποτεθούν τα λόγια μέσα στα αυτιά του· διότι αυτό ακριβώς σημαίνει το «ενωτίζου». Όταν όμως ο λαός απομακρυνθεί από τα επουράνια, του απευθύνεται σαν να βρίσκεται μακριά: «Άκουε, ουρανέ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες