Οἰκειοῖ γὰρ ἡμᾶς ἡ πίστις τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ ἀγχοῦ καθίστησι δι᾽ Υἱοῦ· δικαιοῖ δὲ ἡμᾶς, κατά γε τὸν ἀληθῆ τε καὶ ἀκιβδήλευτον λόγον, οὐκ ἀναμέρος μὲν ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, ἀναμέρος δὲ αὖ καὶ ἰδικῶς ὁ Υἱός· ἀλλ᾽ ἥπερ ἂν εἶναι νοοῖτο δικαίωσις ἡ παρὰ Πατρός, αὕτη που πάντως ἐστὶ τοῦ Υἱοῦ· καὶ ἥνπερ ἂν ὁ Υἱὸς χαρίσαιτο, ταύτην εἶναι θετέον τοῦ Πατρός. Ὥσπερ γὰρ τὴν εἰς τὸ εἶναι πάροδον δι᾽ Υἱοῦ τὰ πάντα διεκληρώσατο καὶ οὐχ ἕτερον ἔχει δημιουργὸν τὸν δι᾽ οὗ παρήχθη πρὸς ὕπαρξιν τὰ κεκλημένα πρὸς γένεσιν, οὕτω δὴ σώζεται δι᾽ αὐτοῦ τὰ τῆς ἐν ἀρχαῖς εὐταξίας ἀπολισθήσαντα, καὶ τὴν εἰς τὸ εὖ εἶναι πάλιν δέχεται διαμονήν, πρὸς τὸ ἀκριβὲς ἕκαστα τῆς οἰκείας φύσεως ἀναθέοντα κάλλος. Β. Πείθομαι. Α. Καὶ γοῦν ὁ θεῖος ἔφη Μωσῆς φειδοῦς ἠξιῶσθαι τῆς ἄνωθεν καὶ παρὰ Πατρός, καίτοι σκληρὸν καὶ δυσάγωγον ὄντα, τὸν Ἰσραήλ. Γράφει γὰρ ὡδί· «Ὡς ἀετὸς σκεπάσαι νοσσιὰν ἑαυτοῦ, διεὶς τὰς πτέρυγας αὐτοῦ, ἐδέξατο αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβεν αὐτοὺς ἐπὶ τῶν μεταφρένων αὐτοῦ.» Ἐνηργηκέναι γε μὴν αὐτὸ δὴ τουτὶ διισχυρίζεται λέγων ὁ Υἱός· «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας καὶ οὐκ ἠθελήσατε; Ἰδοῦ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος.»
Μετάφραση
Διότι η πίστη μας οικειώνει με τον Θεό και Πατέρα και μας καθιστά πλησίον του μέσω του Υιού. Μας δικαιώνει δε, σύμφωνα με τον αληθή και ανόθευτο λόγο, όχι εν μέρει ο Θεός και Πατέρας και εν μέρει πάλι και ιδιαιτέρως ο Υιός· αλλά όποια δικαίωση και αν νοείται από τον Πατέρα, αυτή είναι οπωσδήποτε και του Υιού· και αυτήν που θα χάριζε ο Υιός, πρέπει να θεωρηθεί ως προερχόμενη από τον Πατέρα. Διότι, όπως ακριβώς όλα τα όντα έλαβαν την ύπαρξή τους μέσω του Υιού και δεν έχουν άλλον δημιουργό από εκείνον μέσω του οποίου παρήχθησαν στην ύπαρξη αυτά που κλήθηκαν σε γένεση, έτσι ακριβώς σώζονται μέσω αυτού όσα ξέπεσαν από την αρχική τους ευταξία, και λαμβάνουν πάλι τη διαμονή τους στο ευ είναι, ανατρέχοντας το καθένα προς το ακριβές κάλλος της οικείας φύσης του. Β. Πείθομαι. Α. Και λοιπόν, ο θείος Μωυσής είπε ότι ο Ισραήλ αξιώθηκε την άνωθεν και παρά του Πατρός ευσπλαχνία, αν και ήταν σκληρός και δυσάγωγος λαός. Γράφει λοιπόν τα εξής: «Όπως ο αετός σκεπάζει τη φωλιά του, ανοίγοντας τις φτερούγες του, τους δέχθηκε και τους ανέλαβε πάνω στα νώτα του.» Ότι δε ο Ίδιος ενήργησε ακριβώς αυτό, το διισχυρίζεται ο Υιός λέγοντας: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς αυτούς που είναι σταλμένοι σε σένα, πόσες φορές θέλησα να συνάξω τα τέκνα σου με τον τρόπο που η όρνιθα συνάγει τα πουλιά της κάτω από τις φτερούγες της, και δεν θελήσατε; Ιδού, εγκαταλείπεται σε εσάς ο οίκος σας έρημος.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες