Ὅτι δὲ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ὁ Υἱὸς, αὐτὸς ὁ Ἰωάννης ἐν τῇ Ἐπιστολῇ φησιν· Ἵνα γινώσκωμεν τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ Υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς, καὶ ζωὴ αἰώνιος. Οὔτε οὖν διὰ τὸ, Οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτὸν, μείζονα τοῦ Πατρὸς νοητέον· οὔτε μόνον ἀληθινὸν Θεὸν τὸν Πατέρα, ἀλλ᾽ ἀμφότερα πρὸς τοὺς λεγομένους μὲν ψευδῶς, οὐκ ὄντας δέ. Ὡς καὶ ἐν τῷ Δευτερονομίῳ λέγει· Κύριος μόνος ἦγεν αὐτοὺς, καὶ οὐκ ἦν μετ᾽ αὐτῶν Θεὸς ἀλλότριος. Εἰ μόνος ἀόρατος καὶ σοφὸς ὁ Θεὸς, οὐχ ἅμα καὶ ἐν πᾶσι μείζων πάντων Θεός· ὁ δὲ ἐπὶ πάντων Θεὸς ἐξ ἀνάγκης ὑπερέχων πάντων. Ὁ Ἀπόστολος οὖν ἐπὶ πάντων Θεὸν εἰπὼν τὸν Σωτῆρα, μείζονα καὶ τοῦ Πατρὸς εἶπεν; Ἀλλ᾽ ἄτοπον. Ὁμοίως οὖν καὶ τοῦτο νοητέον. Ὁ μέγας Θεὸς οὐκ ἂν ἐλάττων εἴη ἑτέρου Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος οὖν, εἰπὼν περὶ τοῦ Υἱοῦ, Ἀπεκδεχόμεθα τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μείζονα τοῦ Πατρὸς ἐνόησε; Τοῦ γὰρ Υἱοῦ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ παρουσίαν ἐκδεχόμεθα, οὐ τοῦ Πατρός. Ἀδιακρίτως οὖν εἰς Πατέρα καὶ εἰς Υἱὸν ταῦτα λέγεται, καὶ οὐ παρατετηρημένως. Τὸ, Ἴσα Θεῷ εἶναι, οὐκ ἄλλο ἐστὶ τῷ εἶναι ἴσον Θεῷ. Ὁ οὖν Υἱὸς, οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγησάμενος τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, πῶς ἀνόμοιος καὶ ἄνισος Θεῷ; Ἰουδαῖοι δὲ εὐσεβέστεροι Εὐνομίου.
Μετάφραση
Ότι δε και ο Υιός είναι αληθινός Θεός, το λέει ο ίδιος ο Ιωάννης στην Επιστολή του: «Για να γνωρίζουμε τον μόνο αληθινό Θεό· και είμαστε μέσα στον αληθινό Υιό του, τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, και η αιώνια ζωή». Ούτε, λοιπόν, εξαιτίας της φράσης «κανένας άλλος δεν θα θεωρηθεί ίσος προς αυτόν» πρέπει να νοηθεί ως μεγαλύτερος από τον Πατέρα· ούτε ότι μόνος αληθινός Θεός είναι ο Πατέρας, αλλά και τα δύο λέγονται σε αντιδιαστολή προς εκείνους που ψευδώς αποκαλούνται θεοί, ενώ δεν είναι. Όπως λέει και στο Δευτερονόμιο: «Μόνος ο Κύριος τους οδηγούσε, και δεν υπήρχε μαζί τους ξένος θεός». Αν ο Θεός είναι μόνος αόρατος και σοφός, δεν είναι συνάμα και Θεός μεγαλύτερος από όλους στα πάντα; Και αυτός που είναι Θεός πάνω από όλα, εξ ανάγκης υπερέχει όλων. Ο Απόστολος, λοιπόν, όταν αποκάλεσε τον Σωτήρα Θεό πάνω από όλα, μήπως τον αποκάλεσε μεγαλύτερο και από τον Πατέρα; Αλλά αυτό είναι άτοπο. Ομοίως, λοιπόν, πρέπει να νοηθεί και το εξής. Ο μέγας Θεός δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερος από κάποιον άλλον Θεό. Ο Απόστολος, λοιπόν, λέγοντας για τον Υιό: «Περιμένοντας τη μακάρια ελπίδα και την επιφάνεια της δόξας του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού», μήπως τον εννόησε μεγαλύτερο από τον Πατέρα; Διότι την επιφάνεια και την παρουσία του Υιού αναμένουμε, όχι του Πατέρα. Αδιακρίτως, λοιπόν, λέγονται αυτά και για τον Πατέρα και για τον Υιό, και όχι με σκοπό τη διάκριση. Το «να είναι ίσα με τον Θεό» δεν διαφέρει από το να είναι ίσος με τον Θεό. Ο Υιός, λοιπόν, ο οποίος δεν θεώρησε αρπαγή το να είναι ίσος με τον Θεό, πώς είναι δυνατόν να είναι ανόμοιος και άνισος με τον Θεό; Ακόμη και οι Ιουδαίοι είναι πιο ευσεβείς από τον Ευνόμιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες