Καὶ ὅτι μὲν ταῦτα οὕτως ἔχει καὶ οἱ νεκροὶ ἐλπίδα ἔχουσι ζωῆς αἰωνίου καὶ «οἱ ἐν μνήμασιν ἀναστήσονται», κάλει μοι πάλιν μάρτυρα τὸν ἀξιόπιστον Μωυσέα. πλημμελήσαντος γὰρ τοῦ Ῥουβεὶμ ἐπαρᾶται αὐτῷ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Ἰακὼβ ὁ πατριάρχης καί φησι «Ῥουβεὶμ πρωτότοκός μου καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, ἐξύβρισας ὡς ὕδωρ· μὴ ἐκζέσῃς. ἀνέβης γὰρ εἰς τὴν κοίτην τοῦ πατρός σου καὶ ἀπεκάλυψας φησίν, οὗ ἀνέβης». ἐν δὲ τῷ Ἑβραϊκῷ ἐλθωθάρ, ὅπερ ἐστὶν ἑρμηνευόμενον μὴ ἀνακάμψῃς ἢ μὴ προστεθείης ἢ πάλιν μὴ περισσεύσῃς, ψιλούμενον δὲ τῇ λέξει μὴ ἐκζέσῃς· οἱ δὲ ἑρμηνευταὶ ἐξέδωκαν οὕτως. καὶ 〈εἰ〉 θέλεις μαθεῖν ὅτι ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει καὶ θάνατος ἀπὸ πατρὸς ὡρίζετο τούτῳ ἡμαρτηκότι, Μωυσῆς σοι σαφηνίσει. εὐλογῶν γὰρ καὶ αὐτὸς τὰς δώδεκα φυλὰς ἐπὶ τὸν Ῥουβεὶμ ἐλθὼν καὶ γνοὺς ὅτι ἱερεὺς Λευί (ἐν χειρὶ γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐλύετο καὶ ἐδεσμεύετο τὰ ἁμαρτήματα), φησί «ζήτω Ῥουβεὶμ καὶ μὴ ἀποθάνῃ». πῶς δὲ ἐδύνατο ζῆν ὁ πρὸ ἑκατὸν εἴκοσι ἓξ ἐτῶν τεθαμμένος· ἀλλ᾽ ἐπεὶ ᾔδει καὶ τὴν ἀνάστασιν κατὰ πάντα μέλλουσαν ἔσεσθαι, οἶδε δὲ θάνατον δεύτερον τὸν διὰ καταδίκης ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, βουλόμενος αὐτὸν ἀντὶ τῆς μιᾶς τιμωρίας κουφίσαι ἀπὸ τῶν μελλόντων φησί «ζήτω» (ἐν τῇ ἀναστάσει, σημαίνων· ᾔδει γὰρ ὅτι ζήσονται ἅπαντες) «καὶ μὴ ἀποθάνῃ», τουτέστι μὴ περιβληθῇ θανάτῳ δευτέρῳ τῷ διὰ καταδίκης καὶ βασάνῳ αἰωνίᾳ.
Μετάφραση
Και ότι βέβαια αυτά έτσι έχουν και οι νεκροί έχουν ελπίδα αιώνιας ζωής και «όσοι βρίσκονται στα μνήματα θα αναστηθούν», κάλεσέ μου πάλι ως αξιόπιστο μάρτυρα τον Μωυσή. Διότι, όταν αμάρτησε ο Ρουβήμ, τον καταράστηκε ο πατέρας του, ο άγιος πατριάρχης Ιακώβ, και λέει: «Ρουβήμ, πρωτότοκέ μου και αρχή των τέκνων μου, εξύβρισες σαν το νερό· να μην αναβράσεις (υπερισχύσεις). Διότι ανέβηκες στην κλίνη του πατέρα σου και την αποκάλυψας», λέει, «εκεί που ανέβηκες». Στο εβραϊκό όμως κείμενο υπάρχει η λέξη «ελθωθάρ», η οποία ερμηνεύεται «να μην επιστρέψεις» ή «να μην προστεθείς» ή πάλι «να μην περισσεύσεις», και με απλή απόδοση της λέξης «να μην αναβράσεις»· οι δε ερμηνευτές έτσι το απέδωσαν. Και αν θέλεις να μάθεις ότι αυτά έτσι έχουν και ότι ορίστηκε θάνατος από τον πατέρα σε αυτόν που αμάρτησε, ο Μωυσής θα σου το σαφηνίσει. Διότι, ευλογώντας και αυτός τις δώδεκα φυλές, όταν έφτασε στον Ρουβήμ και γνωρίζοντας ότι ο Λευί είναι ιερέας (επειδή από τα χέρια της ιεροσύνης λύνονταν και δένονταν τα αμαρτήματα), λέει: «Ας ζήσει ο Ρουβήμ και ας μην πεθάνει». Πώς όμως μπορούσε να ζήσει αυτός που είχε ταφεί πριν από εκατόν είκοσι έξι χρόνια; Αλλά επειδή γνώριζε ότι η ανάσταση επρόκειτο εξάπαντος να συμβεί, και γνώριζε τον δεύτερο θάνατο, αυτόν της καταδίκης κατά την ημέρα της κρίσεως, θέλοντας να τον ανακουφίσει από τα μέλλοντα αντί της μίας τιμωρίας, λέει «ας ζήσει» (εννοώντας, στην ανάσταση· διότι γνώριζε ότι όλοι θα ζήσουν) «και ας μην πεθάνει», δηλαδή να μην περιβληθεί τον δεύτερο θάνατο, αυτόν της καταδίκης και της αιώνιας βασάνου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες