ΜΗʹ. Τῼ ΑΥΤῼ. Διὰ τί ὁ Ῥουβήμ, πρωτότοκος ὤν, οὔτε ἱερωσύνης ἠξιώθη, οὔτε μὴν βασιλείας. Καὶ αὐτὸ τοῦτο, ὃ ἔφης, ὦ τᾶν, συνίστησιν ἀληθὲς ὄν, τὸ πρώην σοι παρ’ ἐμοῦ γραφέν. Ἐπειδὴ γὰρ ἐπελύττησε τῇ πατρῴᾳ εὐνῇ ὁ Ῥουβείμ, διὰ τοῦτο οὔτε βασιλείας οὔτε ἱερωσύνης ἠξιώθη, καίτοι πρωτότοκος ὤν· ἀλλ’ ὁ μὲν Λευῒ τρίτος ὤν, οὐ μόνον διὰ τὸ ἐπαγγείλασθαι τὸν πατέρα δεκάτην ἀφιερώσειν (κάτωθεν γὰρ ἀριθμούμενος δέκατος ἦν, ἄνωθεν δὲ εἰ ἠριθμήθη, εἷς τῶν ἐκ παιδισκῶν ηὑρίσκετο), ἀλλὰ καὶ δι’ ὁσιότητα, καὶ τὸ συγγενικῶν αἱμάτων, διὰ τὴν εἰς τὸ Θεῖον τιμήν, τὰς χεῖρας ἐμπλῆσαι, ἱερωσύνης ἠξιώθη. Ὅνπερ καὶ θαυμάζων ὁ Μωϋσῆς, ἐν ταῖς εὐλογίαις ἔλεγεν· «Ὁ λέγων τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, Οὐχ ἑώρακά σε, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ [οὐκ] ἐπέγνω, ἐφύλαξε τὰ λόγια Κυρίου.» Ὁ δὲ Ἰούδας, τέταρτος ὤν, διὰ τὴν ἀδέκαστον κρίσιν, καὶ τὴν ὀρθὴν ψῆφον, βασιλείας ἠξιώθη. Ἐπειδὴ γὰρ πολλοὶ τὰ οἰκεῖα κρύπτοντες πλημμελήματα, ἑτέρους καταδικάζουσιν· οὗτος δὲ ἑαυτοῦ μὲν κατεψηφίσατο, τὴν δὲ πεπορνεῦσθαι νομισθεῖσαν ἀπήλλαξε τῆς τιμωρίας· διὰ τοῦτ’ εἰκότως τῆς βασιλείας ἠξιοῦτο. Ἱερῶντο γὰρ οἱ ἐκ Λευΐ, ἐβασίλευον δὲ οἱ ἐξ Ἰούδα, οὐ κατὰ ἀποκλήρωσιν, ἀλλ’ ἀρετῆς γέρας εἰληφότες.
Μετάφραση
48. Στον ίδιο. Γιατί ο Ρουβήμ, αν και πρωτότοκος, δεν αξιώθηκε ούτε την ιεροσύνη ούτε βέβαια τη βασιλεία. Και αυτό ακριβώς που είπες, φίλε μου, αποδεικνύει ότι είναι αληθινό αυτό που σου έγραψα προηγουμένως. Διότι, επειδή ο Ρουβήμ βεβήλωσε την πατρική κλίνη, γι' αυτό δεν αξιώθηκε ούτε τη βασιλεία ούτε την ιεροσύνη, αν και ήταν πρωτότοκος. Αλλά ο Λευί, που ήταν τρίτος, όχι μόνο επειδή ο πατέρας του είχε υποσχεθεί να αφιερώσει το ένα δέκατο (διότι μετρώντας από κάτω ήταν ο δέκατος, ενώ αν μετριόταν από πάνω, θα βρισκόταν να είναι ένας από εκείνους που γεννήθηκαν από τις δούλες), αλλά και εξαιτίας της οσιότητάς του, και του ότι λέρωσε τα χέρια του με το αίμα συγγενών προς τιμήν του Θεού, αξιώθηκε την ιεροσύνη. Γι' αυτόν και ο Μωυσής με θαυμασμό έλεγε στις ευλογίες του: «Αυτός που λέει στον πατέρα ή στη μητέρα του, δεν σε έχω δει, και δεν αναγνώρισε τους αδελφούς του, αυτός φύλαξε τα λόγια του Κυρίου.» Ο δε Ιούδας, όντας τέταρτος, εξαιτίας της αδέκαστης κρίσης και της ορθής του απόφασης, αξιώθηκε τη βασιλεία. Επειδή πολλοί, κρύβοντας τα δικά τους σφάλματα, καταδικάζουν τους άλλους· αυτός όμως καταδίκασε τον εαυτό του και απάλλαξε από την τιμωρία εκείνην που είχε θεωρηθεί ότι πόρνευσε· γι' αυτό δικαίως αξιώθηκε τη βασιλεία. Διότι γίνονταν ιερείς αυτοί από τη γενιά του Λευί, και βασίλευαν εκείνοι από τη γενιά του Ιούδα, όχι από τύχη, αλλά λαμβάνοντάς τα ως έπαθλο αρετής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες