εἰ δὲ Μωυσῇ αὐτὸς δέδωκεν προγινώσκειν, πῶς αὐτὸς οὐκ εἶχεν; ἔχει δέ. εἰ δὲ ἔχει, ὥσπερ καὶ ἐδείξαμεν, περισσόν ἐστιν τὸ γεγραμμένον· «ἐνεθυμήθη» καὶ «μετεμελήθη» καὶ τὸ «καταβὰς ὄψομαι» καὶ ὅσα τοιαῦτα· ἅτινα πρὸ τοῦ γενέσθαι ὡς ἀποβαίνειν ἤμελλεν προγνωσθέντα, οἰκονομίᾳ σοφῇ ἀμεταμέλητον λαμβάνει τὴν ἔκβασιν. τὸ δὲ θυσιῶν αὐτὸν μὴ ὀρεχθῆναι φαίνεται ἐκ τοῦ τοὺς ἐπιθυμήσαντας κρεῶν ἅμα τῷ γεύσασθαι ἀναιρεθῆναι καὶ χωσθέντας ἐπὶ τῷ. τάφῳ «βουνὸν ἐπιθυμιῶν» προσαγορευθῆναι. ὁ δὲ τὴν ἀρχὴν ἐπὶ θύσει ζῴων χαλεπαίνων, θύεσθαι αὐτὰ μὴ θέλων, θυσίας ὡς ἐπιθυμῶν οὐ προσέτασσεν καὶ ἀπαρχὰς οὐκ ἀπῄτει· ἄνευ γὰρ θύσεως ζῴων οὔτε θυσίαι τελοῦνται οὔτε ἀπαρχαὶ δοθῆναι δύνανται. πῶς δὲ σκότος καὶ γνόφος καὶ θύελλα συνεῖναι ἐδύνατο (καὶ γὰρ τοῦτο γέγραπται) τῷ καθαρὸν συστήσαντι οὐρανὸν καὶ φῶς φαίνειν δημιουργήσαντι τὸν ἥλιον καὶ πᾶσιν τοῖς ἀναριθμήτοις ἄστροις ἀμεταμέλητον ὁρίσαντι τῶν δρόμων τὴν τάξιν; οὕτως, ὦ Σίμων, τὸ τοῦ θεοῦ χειρόγραφον (λέγω δὲ τὸν οὐρανόν) καθαρὰν καὶ βεβαίαν τὴν τοῦ πεποιηκότος δείκνυσιν γνώμην. οὕτως αἱ τοῦ τὸν οὐρανὸν κτίσαντος θεοῦ διάβολοι φωναὶ καὶ ὑπὸ τῶν σὺν αὐταῖς ἐναντίων φωνῶν ἀκυροῦνται καὶ ὑπὸ τῆς κτίσεως ἐλέγχονται· οὐ γὰρ ὑπὸ χειρὸς προφητικῆς ἐγράφησαν, διὸ καὶ τῇ τοῦ τὰ πάντα κτίσαντος θεοῦ χειρὶ ἐναντίαι φαίνονται.
Μετάφραση
Αν όμως ο ίδιος έδωσε στον Μωυσή την ικανότητα να προγνωρίζει, πώς ο ίδιος δεν την είχε; Βεβαίως την έχει. Και εφόσον την έχει, όπως αποδείξαμε, είναι περιττό αυτό που γράφτηκε: «ενθυμήθηκε» και «μετανόησε» και το «θα κατεβώ να δω» και όλα τα παρόμοια· τα οποία, έχοντας προγνωστεί πριν γίνουν όπως ακριβώς επρόκειτο να συμβούν, με σοφή οικονομία λαμβάνουν αμετάκλητη την έκβαση. Το ότι εξάλλου δεν επιθύμησε θυσίες φαίνεται από το γεγονός ότι όσοι επιθύμησαν κρέας θανατώθηκαν αμέσως μόλις γεύτηκαν, και αφού θάφτηκαν, ο τάφος τους ονομάστηκε «βουνό επιθυμιών». Αυτός δε που εξ αρχής οργιζόταν με τη θυσία ζώων, μη θέλοντας να θυσιάζονται, δεν διέτασσε θυσίες σαν να τις επιθυμούσε, ούτε απαιτούσε απαρχές· διότι χωρίς τη θυσία ζώων ούτε θυσίες τελούνται ούτε απαρχές μπορούν να δοθούν. Πώς δε ήταν δυνατόν το σκοτάδι, ο γνόφος και η θύελλα να συνυπάρχουν (διότι και αυτό έχει γραφτεί) με Εκείνον που δημιούργησε καθαρό τον ουρανό, που έφτιαξε τον ήλιο για να φέγγει φως και που όρισε για όλα τα αναρίθμητα άστρα αμετάκλητη την τάξη των τροχιών τους; Έτσι, ω Σίμων, το χειρόγραφο του Θεού (εννοώ τον ουρανό) δείχνει καθαρή και σταθερή τη θέληση του Δημιουργού. Έτσι, οι συκοφαντικές φωνές κατά του Θεού που έκτισε τον ουρανό, ακυρώνονται και από τις αντίθετες φωνές που συνυπάρχουν με αυτές, και ελέγχονται από την ίδια την κτίση· διότι δεν γράφτηκαν από προφητικό χέρι, γι' αυτό και φαίνονται αντίθετες στο χέρι του Θεού, που έκτισε τα πάντα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες