Τὸ δὲ, Ἀπένειμε, οὐχ ὅτι αὐτὸς προσέταξεν· ἄπαγε· ἀλλὰ καθώς φησιν ὁ μακάριος Παῦλος· Παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, οὐχ ὅτι παρέδωκεν, ἀλλ᾽ ὅτι ἑλομένους αὐτοὺς καὶ ἀνεπιστρόφως ἔχοντας ἀφῆκεν. Οὕτως ἐνταῦθα τὸ, Ἀπένειμεν αὐτοῖς, τουτέστιν, ἑλομένους τὴν πλάνην, καὶ μὴ βουλομένους ἐπιστρέψαι, ἀφῆκεν. Ἐνταῦθα μικρὸν προελθὼν λέγει· Διαμαρτύρομαι ὑμῖν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε, ἐὰν ἀποστῆτε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Εἶτα δείκνυσιν ὅτι οὐδενὶ ταῦτα παρέσχεν ὁ Θεὸς ἅπερ ἐκείνοις. Καὶ ἀφορίζει τρεῖς πόλεις τοῦ Ἰορδάνου εἰς φυγαδευτήριον. Ἔτι τῶν προτέρων αὐτοὺς ὑπομιμνήσκει, καὶ, Ἔφαψαι αὐτὰ ἐπὶ τῶν χειρῶν σου, φησὶ, καὶ ἐπὶ τῶν φλιῶν σου γράψεις, καὶ διδάξεις τὸν υἱόν σου.
Μετάφραση
Όσο για το «Απένειμε», δεν σημαίνει ότι ο ίδιος το πρόσταξε· μη γένοιτο· αλλά, καθώς λέει ο μακάριος Παύλος: «Τους παρέδωσε ο Θεός σε αδόκιμο νου», όχι ότι τους παρέδωσε πραγματικά, αλλά ότι τους άφησε, επειδή οι ίδιοι το επέλεξαν και παρέμεναν αμετανόητοι. Έτσι και εδώ το «Απένειμε σε αυτούς», σημαίνει ότι τους άφησε, επειδή επέλεξαν την πλάνη και δεν ήθελαν να επιστρέψουν. Εδώ, προχωρώντας λίγο παρακάτω, λέει: «Καλώ ως μάρτυρες ενώπιόν σας τον ουρανό και τη γη, ότι θα καταστραφείτε ολοσχερώς, εάν αποστατήσετε από τον Θεό». Έπειτα αποδεικνύει ότι σε κανέναν δεν παρέσχε ο Θεός όσα προσέφερε σε εκείνους. Και ορίζει τρεις πόλεις του Ιορδάνη ως τόπους καταφυγής. Ακόμη τους υπενθυμίζει τα παλαιότερα και λέει: «Θα τα δέσεις αυτά πάνω στα χέρια σου, και θα τα γράψεις στους παραστάτες των θυρών σου, και θα τα διδάξεις στον υιό σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες