Οὕτω γὰρ τῶν κυνῶν ἡ φύσις, ἐπὰν εἰς λύσσαν ἐκτραπείη· οἵ ποτε δεσπότην γινώσκοντες καὶ τοὺς αὐτοῦ υἱεῖς, οἰκείους τε καὶ τοὺς ἄλλους πάντας τοῦ οἰκοδεσπότου γνησίους, ὅταν λάβῃ αὐτοὺς ἡ μανία, ἀλλοιοῦνται τὰ πρόσωπα ἐνώπιον τῆς αὐτῶν ὁράσεως καὶ ἐπ᾽ αὐτοὺς ἐγείρονται τοὺς γνησίους, οὕς ποτε τιμῶντες τῇ μὲν κέρκῳ ἔσαινον, τοῖς δὲ τρόποις ὑπετάσσοντο. αὐτίκα οἱ προσδοκῶντες Χριστοῦ τὴν παρουσίαν, οἱ ἑτοιμαζόμενοι δέξασθαι τὸν νυμφίον, οἱ προφήτας εὐχόμενοι κατιδεῖν, οἱ πείθεσθαι θείοις λόγοις ὑποσχόμενοι, οἱ τῷ Μωυσῇ ἐν συνθήκῃ εἰσεληλυθότες, ὅτι «γενοῦ σὺ τὰ πρὸς κύριον», καὶ «πάντα ὅσα ἐὰν εἴποι σοι ὁ κύριος ἀκουσόμεθα καὶ ποιήσομεν», ὅτε εἶδον τὸν αὐτῶν δεσπότην παραγενόμενον, ἀγνοήσαντες τὴν μορφὴν καὶ τοὺς τύπους τῆς ἀληθείας, οὓς οἱ προφῆται πρὸ αὐτοῦ ἐν σαρκὶ γενομένου διετύπουν, διεχάραττον, κατήγγελλον, ἐσήμαινον· πρῶτον μὲν οὖν αὐτῷ ἔλεγον «τίς οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας;» ἄλλοτε δὲ δαιμόνιον αὐτὸν ἔχειν οὐκ αἰσχυνόμενοι τετολμήκασιν εἰπεῖν, ἔτι δὲ καὶ Σαμαρείτην αὐτὸν ἀποκαλεῖν οὐκ ἠρυθρίων. πέρας οὖν, καθάπερ μοι προδεδήλωται, ὡς μεμηνότες κύνες ἐπανέστησαν, καὶ τὰς μὲν χεῖρας προσέπηξαν *, ὡς ἀεὶ μετὰ τῆς μανίας ὁ κύων ἀνακρεμάσας * αὐτοῦ τὰς χεῖρας ἐπέρχεται καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἰδίων αὐτοῦ δεσποτῶν καταγλύφειν οὐκ αἰσχύνεται.
Μετάφραση
Διότι τέτοια είναι η φύση των σκύλων, όταν περιπέσουν σε λύσσα· ενώ κάποτε αναγνώριζαν τον κύριό τους και τους γιους του, τους οικείους και όλους τους άλλους γνήσιους του οικοδεσπότη, όταν τους κυριεύσει η μανία, τα πρόσωπα αλλοιώνονται μπροστά στην όρασή τους και στρέφονται εναντίον των ίδιων των γνήσιων, τους οποίους άλλοτε τιμούσαν, κουνώντας την ουρά τους και υποτασσόμενοι με τη συμπεριφορά τους. Παρομοίως και αυτοί που προσδοκούσαν την παρουσία του Χριστού, αυτοί που ετοιμάζονταν να δεχθούν τον Νυμφίο, αυτοί που εύχονταν να δουν τους προφήτες, αυτοί που υπόσχονταν να υπακούουν στους θείους λόγους, αυτοί που είχαν συνάψει διαθήκη με τον Μωυσή λέγοντας «γίνε εσύ ο μεσίτης μας προς τον Κύριο» και «όλα όσα σου πει ο Κύριος θα τα ακούσουμε και θα τα πράξουμε», όταν είδαν τον δικό τους Δεσπότη να καταφθάνει, αγνόησαν τη μορφή και τους τύπους της αλήθειας, τους οποίους οι προφήτες, προτού Αυτός έλθει εν σαρκί, προτύπωναν, διέγραφαν, κατήγγελλαν και σήμαιναν. Αρχικά, λοιπόν, του έλεγαν: «Ποιος είναι αυτός που λαλεί βλασφημίες;», άλλοτε πάλι, δεν ντράπηκαν και τόλμησαν να πουν ότι έχει δαιμόνιο, ενώ δεν κοκκίνισαν από ντροπή να τον αποκαλέσουν ακόμη και Σαμαρείτη. Εν τέλει, λοιπόν, όπως ακριβώς έχω προαναφέρει, επαναστάτησαν σαν λυσσασμένα σκυλιά, και του κάρφωσαν τα χέρια, όπως ακριβώς ο σκύλος μέσα στη μανία του επιτίθεται σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια και δεν ντρέπεται να καταξεσχίσει τα πρόσωπα των ίδιων των κυρίων του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες