καὶ τροφὴ μὲν ἦν τὸ μάννα αὐτοῖς, ἐβάδιζον δὲ νεφέλης αὐτοὺς ἐπισκιαζούσης ἡμέρας, καὶ στύλου πυρὸς τὴν νύκτα. καὶ ἡγεῖτο μὲν ἡ κιβωτὸς εἰς τύπον Θεοῦ, προβαδίζουσα καὶ κατασκεπτομένη τόπον αὐτοῖς καὶ ἀνάπαυσιν· ἐν ἐνδείᾳ δὲ καθεστήκεσαν τῶν ἀναγκαίων οὐδενὸς, ὑδάτων αὐτοῖς ἀδοκήτων ἐκρηγνυμένων, πιπτόντων ἐχθρῶν. καὶ τούτων ἁπάντων γινομένων, τοὺς μὲν περὶ τῶν θυσιῶν ἐδέχοντο νόμους, ἤκουον δὲ πανταχῆ καὶ ἐφ᾽ ἑκάστῳ τυχὸν τῶν τεθεσπισμένων, “Ἐὰν δὲ εἰσαγάγῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου εἰς ”τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε τοῖς πατράσι σου δοῦναί σοι,” ποιήσεις τοῦτο κἀκεῖνο, προσοίσεις δὲ καὶ θυσίας. οὐκοῦν ἐν χρόνῳ τεσσαρακονταετεῖ καθ᾽ ὃν ἦσαν ἐν τῇ ἐρήμῳ, προσῆγον μὲν ἑκόντες θυσίας, ἐξῃτεῖτο δὲ οὐδεὶς ἀναγκαίως. ἀλλ᾽ ἦν εἰς ἀνάβλησιν τὸ χρῆμα αὐτοῖς, ἄχρις ἂν εἰσελάσειαν εἰς τὴν γῆν, τὴν τοῖς πατράσιν ἐπηγγελμένην. ταύτῃτοί φησι Μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη, οἶκος Ἰσραήλ; λέγει Κύριος. ἀλλ᾽ ἐσώζοντο τότε καὶ θυσιῶν δίχα, καὶ ᾗ φησι δι᾽ ἑτέρου προφήτου πάλιν “Οὐκ ἐκτήσω μοι ἀργυρίου θυμίαμα, οὐκ ἐμοὶ πρόβατα τῆς ”ὁλοκαρπώσεώς σου, οὐδὲ ἔγκοπον ἐποίησά σε ἐν λιβάνῳ.” αὐτοὶ δὲ πάλιν ἀπροφάσιστον ἔχοντες τὴν ἀπόστασιν, ἀλλοπρόσαλλοί τε ἦσαν τοτηνικάδε, καὶ Θεὸν ἀτιμάζοντες τὸν φύσει καὶ ἀληθῶς, ἀνελάμβανον τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν Ῥαιφάν.
Μετάφραση
Και τροφή τους ήταν το μάννα, και βάδιζαν υπό τη σκιά νεφέλης την ημέρα, και στύλου πυρός τη νύχτα. Και προηγούνταν η κιβωτός ως τύπος του Θεού, βαδίζοντας μπροστά και αναζητώντας τόπο και ανάπαυση για αυτούς· και δεν βρέθηκαν σε στέρηση κανενός από τα αναγκαία, καθώς απροσδόκητα ανέβλυζαν ύδατα για αυτούς και έπεφταν οι εχθροί. Και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, δέχονταν τους νόμους περί των θυσιών, και άκουγαν παντού και για καθετί από τα θεσπισμένα: «Εάν σε εισαγάγει Κύριος ο Θεός σου στη γη, την οποία ορκίστηκε στους πατέρες σου να σου δώσει», θα κάνεις τούτο και εκείνο, και θα προσφέρεις θυσίες. Επομένως, στο διάστημα των σαράντα ετών κατά το οποίο βρίσκονταν στην έρημο, προσέφεραν μεν με τη θέλησή τους θυσίες, όμως από κανέναν δεν απαιτούνταν υποχρεωτικά. Αλλά το ζήτημα αυτό τελούσε υπό αναβολή για αυτούς, μέχρις ότου εισέλθουν στη γη που είχε υποσχεθεί στους πατέρες τους. Γι' αυτόν τον λόγο λέει: Μήπως μου προσφέρατε σφάγια και θυσίες στην έρημο επί σαράντα έτη, οίκο του Ισραήλ; λέγει ο Κύριος. Αλλά σώζονταν τότε και χωρίς θυσίες, όπως λέγει πάλι μέσω άλλου προφήτη: «Δεν αγόρασες για μένα θυμίαμα με αργύριο, ούτε τα πρόβατα των ολοκαυτωμάτων σου ήταν για μένα, ούτε σε κούρασα ζητώντας σου λιβάνι». Αυτοί όμως, έχοντας και πάλι αδικαιολόγητη την αποστασία τους, ήταν ασταθείς εκείνο τον καιρό, και ατιμάζοντας τον κατά φύση και αληθινό Θεό, σήκωναν τη σκηνή του Μολώχ και το άστρο του θεού σας του Ρεμφάν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες