Ἔφη γὰρ, ὅτι «Πάντες οἱ ἰσχύοντες ὑμῶν μαχαίρᾳ πεσοῦνται.» Ποία τις οὖν ὧν ἔφην ἡ δεῖξις; εὐφυῶς ἄγαν καὶ ἀστείως ἐσκευασμένη. Νόμου γὰρ δὴ τοῦ διὰ Μωσέως λέγοντος τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, «Οὐκ ἔσται ἔν σοι ἄγονος οὐδὲ στείρα·» ἐν ἐσχάτοις ὀνειδισμοῖς παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις λελόγιστο τὸ γυναῖκα μὴ τεκεῖν, ἤγουν ἄγονον εἶναί τινα τῶν τελούντων ἐν ἀνδράσιν. Εὐθὺς γὰρ αὐτοῖς ὁ τῆς ἀγόνου καὶ στείρας προσετρίβετο μῶμος. Καὶ πνευματικὸς μὲν ὁ νόμος ἦν. Ἐπηγγέλλετο γὰρ ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ὅτι ὁ νοητὸς Ἰσραὴλ, τοῦτ᾽ ἔστι, νοῦς ὁρῶν Θεὸν, οὐκ ἄκαρπος ἔσται, οὔτε ἀπεστειρωμένος, ἔγκαρπος δὲ μᾶλλον καὶ γῆ τις ὥσπερ καλὴ καὶ ἐξαίρετος. Πλὴν ἐνόουν Ἰουδαῖοι σαρκικῶς, ψυχικοὶ γὰρ ἦσαν, πνεῦμα μὴ ἔχοντες. Ἔσται τοίνυν, φησὶν, τοσαύτη σπάνις ἀῤῥένων κατὰ τὴν χώραν, δαπανήσαντος τοῦ πολέμου τὸ γένος, ὡς ἑπτὰ γυναῖκας ἤτοι πολλὰς ἑνὸς ἀνδρὸς ἐπιλαμβάνεσθαι καὶ λέγειν· «Τὸν ἄρτον ἡμῶν φαγόμεθα, καὶ τὸ ἱμάτιον ἡμῶν περιβαλούμεθα· πλὴν τὸ ὄνομα τὸ σὸν κεκλήσθω ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἀφεῖλε τὸν ὀνειδισμὸν ἡμῶν.» Ὁρᾷς ὅπως δεδείασι τῆς ἀτοκίας τὸν ὀνειδισμὸν, καὶ τὸ τῆς ἀγόνου καὶ στείρας παραιτοῦνται ὄνομα λίαν; Προσέρχονται γὰρ οὐ τὰ συνήθη ζητοῦντες, καὶ ὅσα δέχεσθαι γυναιξὶ παρὰ τῶν συνοικούντων ἔθος· ἑαυταῖς γὰρ ἀρκέσειν εἰς τοῦτό φασιν, αἰτοῦσι δὲ μόνον, ὡς ἔφην, τοῦ ὀνειδισμοῦ τὴν ἀφαίρεσιν.
Μετάφραση
Διότι είπε ότι «Όλοι οι δυνατοί σας θα πέσουν από μάχαιρα.» Ποια είναι λοιπόν η απόδειξη αυτών που είπα; Είναι πολύ έξυπνα και κομψά διατυπωμένη. Διότι, καθώς ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωυσή έλεγε στους υιούς του Ισραήλ, «Δεν θα υπάρξει ανάμεσά σας άγονος ούτε στείρα», θεωρούνταν από τους Ιουδαίους ως ο έσχατος ονειδισμός το να μην γεννήσει μια γυναίκα, ή το να είναι άγονος κάποιος από τους άνδρες. Διότι αμέσως τους αποδιδόταν η μομφή της αγονίας και της στειρότητας. Και βέβαια ο νόμος ήταν πνευματικός. Διότι ο Θεός των όλων υποσχόταν ότι ο νοητός Ισραήλ, δηλαδή ο νους που βλέπει τον Θεό, δεν θα είναι άκαρπος, ούτε στειρωμένος, αλλά μάλλον καρποφόρος και σαν μια καλή και εξαίρετη γη. Όμως οι Ιουδαίοι τα κατανοούσαν αυτά σαρκικά, επειδή ήταν ψυχικοί άνθρωποι, μην έχοντας πνεύμα. Θα υπάρξει λοιπόν, λέει, τέτοια σπάνη αρρένων στη χώρα, επειδή ο πόλεμος θα έχει καταναλώσει το γένος, ώστε επτά γυναίκες, δηλαδή πολλές, θα πιάσουν έναν άνδρα και θα πουν: «Το δικό μας ψωμί θα τρώμε και το δικό μας ιμάτιο θα φορούμε. Μόνο το όνομά σου ας κληθεί πάνω μας, αφαίρεσε τον ονειδισμό μας.» Βλέπεις πώς φοβούνται τον ονειδισμό της ατεκνίας και πώς αποφεύγουν εντελώς την ονομασία της άγονης και της στείρας; Διότι προσέρχονται χωρίς να ζητούν τα συνηθισμένα και όσα συνηθίζεται να λαμβάνουν οι γυναίκες από τους συζύγους τους. Επειδή λένε ότι θα τα εξασφαλίσουν μόνες τους για τον εαυτό τους, και ζητούν μόνο, όπως είπα, την αφαίρεση του ονειδισμού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες