Τὸ δὲ δὴ πρὸς τοῦτο ἠλιθιότητος καθικνεῖσθαι φιλεῖν, φαίην ἂν ἔγωγε προξενεῖν αὐτοῖς ἕτερον οὐδὲν ἢ ἐκεῖνο. Β. Τὸ ποῖον δή; Α. Τὸ κατωφρυῶσθαι λίαν, οἴεσθαι δέ τι τῶν ἄλλων εἰδέναι φρονεῖν τε καὶ λέγειν ἀπορρητότερον, ἐπησκῆσθαί τε καὶ λόγων ἁμίλλας καὶ μὴν καὶ δοκησισόφοις ἐντεθράφθαι τέχναις, καὶ ταῖς τῶν ἐννοιῶν πρὸς πᾶν ὁτιοῦν εὐκόλοις περιστροφαῖς κατὰ κράτος ἑλεῖν δύνασθαι τοὺς ἁπλῇ συνέσει διαβιοῦν ἑλομένους, καλαμίνην δὲ ὥσπερ ταῖς ἑαυτῶν ψυχαῖς ὑποστήσαντες ῥάβδον τὴν ἐν κόσμῳ σοφίαν καὶ νενοθευμένων ἐννοιῶν συρφετοὺς συλλέγοντες, τῆς τῶν δογμάτων ὀρθότητος τὸ μὴ χρῆναι διαμαρτεῖν οὐδέν, οἶμαι, καταλογίζονται. Οὐ γὰρ ἐννοοῦσιν ὅτι ξυνωρὶς μὲν ἱερὰ τῶν Ἀαρὼν κατεφλέχθη παίδων, ἐπεί τοι τὸ Θεῷ δοκοῦν ἐβιάζετο καὶ ὀθνεῖον τῷ θυσιαστηρίῳ προσεκόμιζε πῦρ, οὔτε μὴν ἐπαΐειν τάχα που λοιπὸν ἀνέχονται διακεκραγότος τοῦ νόμου· «Καὶ οὐκ εἰσοίσεις βδέλυγμα εἰς τὸν οἶκόν σου, καὶ ἀνάθεμα ἔσῃ ὥσπερ καὶ τοῦτο. Προσοχθίσματι προσοχθιεῖς καὶ βδελύγματι βδελύξῃ, ὅτι ἀνάθεμά ἐστι.» Πῦρ γὰρ ἀληθῶς ἀλλότριον καὶ ἀπᾴδον Θεῷ θερμὸν διανοίας κίνημα, τῆς δαιμονιώδους σοφίας ἐκμεμεστωμένον καὶ οὔ τί που τῶν ἱερῶν Γραμμάτων ἐκκεκαυμένον. Βδέλυγμα δὲ αὖ τὸ εἰς Θεοῦ τύπον πλαστουργούμενον ἄγαλμα.
Μετάφραση
Όσο για το γεγονός ότι φτάνουν να αγαπούν ένα τέτοιο σημείο ανοησίας, εγώ θα έλεγα ότι δεν τους το προκαλεί τίποτε άλλο παρά εκείνο. Β. Ποιο δηλαδή; Α. Το να έχουν υπερβολική έπαρση, και να νομίζουν ότι γνωρίζουν, σκέπτονται και λέγουν κάτι πιο απόκρυφο από τους άλλους, να έχουν ασκηθεί στις λογομαχίες και να έχουν ανατραφεί με τις τέχνες της δοκησισοφίας, και με τις ευέλικτες περιστροφές των εννοιών προς το οτιδήποτε να μπορούν να κατατροπώνουν αυτούς που έχουν επιλέξει να ζουν με απλή σύνεση· βάζοντας δε ως στήριγμα των ψυχών τους την κατά κόσμον σοφία σαν μια καλαμένια ράβδο και συλλέγοντας σωρούς νοθευμένων εννοιών, δεν υπολογίζουν καθόλου, νομίζω, την ανάγκη να μην παρεκκλίνουν στο ελάχιστο από την ορθότητα των δογμάτων. Διότι δεν κατανοούν ότι το ιερό ζεύγος των υιών του Ααρών καταφλέχθηκε, επειδή ακριβώς παραβίασε το θέλημα του Θεού και προσέφερε ξένο πυρ στο θυσιαστήριο, ούτε βέβαια ανέχονται πλέον, ίσως, να ακούν τον νόμο που διαλαλεί: «Και δεν θα εισαγάγεις βδέλυγμα στον οίκο σου, και θα γίνεις ανάθεμα όπως και αυτό. Θα το αποστραφείς μετά βδελυγμίας και θα το σιχαθείς, διότι είναι ανάθεμα». Διότι αληθώς ξένο πυρ και παράταιρο προς τον Θεό είναι η παρορμητική κίνηση της διάνοιας, η οποία είναι γεμάτη από δαιμονική σοφία και δεν έχει αναφθεί από τα Ιερά Γράμματα. Βδέλυγμα δε πάλι είναι το άγαλμα που πλάθεται κατά τον τύπο του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες