Ποῖα κακά; Ψόφος ἁρμάτων καὶ ἱππευόντων. Ὅταν δὲ ἀκούσῃς, Οὐκ ἔστι κακία ἐν πόλει, ἣν Κύριος οὐκ ἐποίησε· νόει τῆς κακίας τὸ ὄνομα· ὅτι τὴν προσαγομένην κάκωσιν τοῖς ἁμαρτάνουσιν ἐπὶ διορθώσει τῶν πλημμελημάτων ὁ λόγος αἰνίσσεται. Ἐκάκωσα γάρ σε, φησὶ, καὶ ἐλιμαγχόνησα, ἵνα εὖ σε ποιήσω· πρὶν εἰς ἄμετρον ἐκχυθῆναι τὴν ἀδικίαν ἱστῶν, ὥσπερ ῥεῦμα ἕρκει τινὶ κρατερῷ καὶ διαφράγματι κατεχόμενον.
Μετάφραση
Ποια κακά; Ο θόρυβος των αρμάτων και των ιππέων. Όταν όμως ακούσεις, «Δεν υπάρχει κακό στην πόλη, που να μην το έκανε ο Κύριος», να κατανοήσεις σωστά τη λέξη «κακία»· ότι δηλαδή ο λόγος υπονοεί την κάκωση που επιφέρεται σε αυτούς που αμαρτάνουν, με σκοπό τη διόρθωση των σφαλμάτων τους. «Διότι σε ταλαιπώρησα», λέει, «και σε υπέβαλα σε πείνα, για να σου κάνω καλό», ανακόπτοντας την αδικία πριν ξεχυθεί υπέρμετρα, όπως ακριβώς ένα ρεύμα νερού συγκρατείται από κάποιο ισχυρό τείχος και φράγμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες