Οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις, ποιοῦντες ἐργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς, αὐτοὶ εἶδον τὰ ἔργα Κυρίου καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ. Εἶπε καὶ ἔστη πνεῦμα καταιγίδος», ἤτοι, ἄνεμος ῥαγδαῖος καὶ σφοδρότατος λίαν. «Ὑψώθη τὰ κύματα αὐτῆς. Ἀναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ καταβαίνουσιν ἕως τῶν ἀβύσσων». Ἔθος τῇ Γραφῇ οὐρανὸν καὶ τὸν ἀέρα καλεῖν, ὥσπερ ὅταν λέγῃ πόλεις τετειχισμένας ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὅσα τοιαῦτα. Τάχα δὲ καὶ οἱ ἐν τοῖς πλοίοις ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀνάγκῃ οὕτω δοκοῦσιν, ὅτι τὰ κύματα μέχρι καὶ τοῦ οὐρανοῦ κορυφοῦνται.
Μετάφραση
«Αυτοί που κατεβαίνουν στη θάλασσα με πλοία, κάνοντας την εργασία τους σε πολλά νερά, αυτοί είδαν τα έργα του Κυρίου και τα θαυμάσιά του στον βυθό. Μίλησε και σηκώθηκε πνεύμα καταιγίδας», δηλαδή άνεμος ραγδαίος και πάρα πολύ σφοδρός. «Υψώθηκαν τα κύματά της. Ανεβαίνουν έως τους ουρανούς και κατεβαίνουν έως τις αβύσσους». Είναι συνήθεια στην Αγία Γραφή να ονομάζει ουρανό και τον αέρα, όπως όταν κάνει λόγο για πόλεις οχυρωμένες έως τον ουρανό και για τα πετεινά του ουρανού και όλα τα παρόμοια. Ίσως μάλιστα και όσοι βρίσκονται μέσα στα πλοία, σε μια τέτοια κατάσταση ανάγκης, έτσι να νομίζουν, ότι τα κύματα κορυφώνονται μέχρι και τον ουρανό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες