Πρὸς ἀνάμνησιν οὖν ταῦτα γράφομεν. Μωϋσέως γὰρ ἀναβάντος εἰς τὸ ὄρος καὶ ποιήσαντος τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας ἐν νηστείᾳ καὶ ταπεινώσει εἶπεν πρὸς αὐτὸν ὁ θεός· «Κατάβηθι τὸ τάχος ἐντεῦθεν, ὅτι ἠνόμησεν ὁ λαός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου· παρέβησαν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς, ἐποίησαν ἑαυτοῖς χωνεύματα.» Καὶ εἶπεν κύριος πρὸς αὐτόν· «Λελάληκα πρὸς σὲ ἅπαξ καὶ δὶς λέγων· Ἑώρακα τὸν λαὸν τοῦτον, καὶ ἰδού ἐστιν σκληροτράχηλος· ἔασόν με ἐξολεθρεῦσαι αὐτούς, καὶ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτῶν ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ θαυμαστὸν καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τοῦτο.» Καὶ εἶπεν Μωϋσῆς· «Μηθαμῶς, κύριε· ἄφες τὴν ἁμαρτίαν τῷ λαῷ τούτῳ, ἢ κἀμὲ ἐξάλειψον ἐκ βίβλου ζώντων.» Ὢ μεγάλης ἀγάπης, ὢ τελειότητος ἀνυπερβλήτου· παρρησιάζεται θεράπων πρὸς κύριον, αἰτεῖται ἄφεσιν τῷ πλήθει, ἢ καὶ ἑαυτὸν ἐξαλειφθῆναι μετ᾽ αὐτῶν ἀξιοῖ.
Μετάφραση
Αυτά λοιπόν τα γράφουμε προς υπενθύμιση. Διότι, όταν ο Μωυσής ανέβηκε στο όρος και πέρασε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες με νηστεία και ταπείνωση, του είπε ο Θεός: «Κατέβα γρήγορα από εδώ, διότι αμάρτησε ο λαός σου, τον οποίο έβγαλες από τη γη της Αιγύπτου· παρέκκλιναν γρήγορα από τον δρόμο που τους παρήγγειλες, και έφτιαξαν για τον εαυτό τους χωνευτά είδωλα.» Και είπε ο Κύριος προς αυτόν: «Σου μίλησα μία και δύο φορές λέγοντας: Είδα αυτόν τον λαό, και ιδού είναι σκληροτράχηλος· άφησέ με να τους εξολοθρεύσω, και θα εξαλείψω το όνομά τους κάτω από τον ουρανό, και εσένα θα σε κάνω έθνος μεγάλο και θαυμαστό, και πολύ μεγαλύτερο από αυτό.» Και είπε ο Μωυσής: «Σε καμία περίπτωση, Κύριε· συγχώρεσε την αμαρτία αυτού του λαού, ειδάλλως εξάλειψε και εμένα από τη βίβλο των ζώντων.» Ω, τι μεγάλη αγάπη, ω τι ανυπέρβλητη τελειότητα· ο δούλος αποκτά παρρησία προς τον Κύριο, ζητά άφεση για το πλήθος, ή αξιώνει να εξαλειφθεί και ο ίδιος μαζί τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες