Ταῦτα ἀναγινώσκοντες ἰουδαῖοι οὐκ ἀκούουσιν. ἔβυσαν γὰρ τὰ ὦτα τῆς καρδίας, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν. ἀλλ᾽ ἡμεῖς πιστεύωμεν εἰς Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ παραγενόμενον καὶ ἐνανθρωπήσαντα, ἐπειδὴ ἄλλως οὐκ ἐχωροῦμεν. ἐπειδὴ γὰρ ἡμεῖς καθ᾽ ὃ ἦν ἐκεῖνος ἐμβλέπειν ἢ ἀπολαῦσαι οὐκ ἠδυνάμεθα, ἐγένετο ἐκεῖνος ὅπερ ἡμεῖς, ἵνα οὕτως ἀπολαῦσαι καταξιωθῶμεν. εἰ γὰρ ἥλιον τὸν ἐν τετάρτῃ ἡμέρᾳ γενόμενον ἐντελῶς ἰδεῖν οὐ δυνάμεθα, θεὸν ἄρα τὸν ἐκείνου ποιητὴν ἰδεῖν ἐδυνάμεθα; ἐν πυρὶ κατέβη ὁ κύριος ἐπὶ ὄρους Σινᾶ, καὶ οὐκ ἤνεγκεν ὁ λαός, ἀλλ᾽ εἶπαν πρὸς Μωϋσῆν· λάλησον σὺ ἡμῖν καὶ ἀκουσόμεθα, καὶ μὴ λαλείτω πρὸς ἡμᾶς ὁ θεός, μήποτε ἀποθάνωμεν. καὶ πάλιν· τίς γὰρ πᾶσα σάρξ, ἥτις ἤκουσε φωνὴν θεοῦ ζῶντος λαλοῦντος ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς καὶ ζήσεται; εἰ τὸ ἀκοῦσαι φωνὴν θεοῦ λαλοῦντος θανάτου παραίτιον, τὸ αὐτὸν ἰδεῖν πῶς οὐ θανάτου πρόξενον; καὶ τί θαυμάζεις; καὶ Μωϋσῆς αὐτός φησιν· ἔκφοβός εἰμι καὶ ἔντρομος.
Μετάφραση
Οι Ιουδαίοι, διαβάζοντας αυτά, δεν ακούνε. Διότι έκλεισαν τα αυτιά της καρδιάς τους, για να μην ακούσουν. Εμείς όμως ας πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό, που ήρθε εν σαρκί και ενανθρώπησε, επειδή διαφορετικά δεν μπορούσαμε να Τον χωρέσουμε. Διότι, επειδή εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε ή να απολαύσουμε Εκείνον σύμφωνα με τη φύση Του, Εκείνος έγινε αυτό που είμαστε εμείς, ώστε έτσι να αξιωθούμε να Τον απολαύσουμε. Διότι, εάν δεν μπορούμε να δούμε καθαρά τον ήλιο, που δημιουργήθηκε την τέταρτη ημέρα, άραγε θα μπορούσαμε να δούμε τον Θεό, τον Δημιουργό του; Ο Κύριος κατέβηκε μέσα σε φωτιά στο όρος Σινά, και ο λαός δεν το άντεξε, αλλά είπαν στον Μωυσή: Μίλησέ μας εσύ και θα ακούσουμε, και ας μη μας μιλήσει ο Θεός, μήπως και πεθάνουμε. Και πάλι: Διότι, ποιος θνητός άκουσε τη φωνή του ζωντανού Θεού να μιλάει μέσα από τη φωτιά και θα ζήσει; Εάν το να ακούσει κανείς τη φωνή του Θεού να μιλάει προκαλεί τον θάνατο, πώς το να Τον δει δεν θα προξενούσε τον θάνατο; Και γιατί απορείς; Και ο ίδιος ο Μωυσής λέει: Είμαι κατάφοβος και έντρομος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες