ΟΜΙΛΙΑ Βʹ Ἐγώ, φησίν, ὁ ἐκκλησιαστής. ἐμάθομεν δὲ τίς ὁ ἐκκλησιαστὴς ὁ τὰ πεπλανημένα τε καὶ διεσκορπισμένα συνάγων εἰς ἓν καὶ ποιῶν τὰ πάντα μίαν ἐκκλησίαν καὶ μίαν ποίμνην, ἵνα μηδὲν ἀνήκοον ᾖ τῆς καλῆς τοῦ ποιμένος φωνῆς τῆς τὰ πάντα ζωοποιούσης. Τὰ γὰρ ῥήματα, φησίν, ἃ ἐγὼ λαλῶ, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν. οὗτος ὀνομάζει ἑαυτὸν ἐκκλησιαστὴν ὡς ἰατρὸν καὶ ζωὴν καὶ ἀνάστασιν καὶ φῶς καὶ ὁδὸν θύραν τε καὶ ἀλήθειαν καὶ πάντα τὰ τῆς φιλανθρωπίας ὀνόματα. ὥσπερ οὖν τοῦ μὲν ἰατροῦ ἡ φωνὴ πρὸς τοὺς ἀσθενοῦντας οἰκείως ἔχει, ὁ δὲ τῆς ζωῆς λόγος ἐπὶ τῶν νεκρῶν ἐνεργὸς γίνεται τῶν ὅταν ἀκούσωσι τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μηκέτι ἐναπομενόντων τῇ ἀρχαίᾳ νεκρότητι· οἱ δὲ ἐν χώμασιν ὄντες τὴν φωνὴν τῆς ἀναστάσεως ἐπιζητοῦσι· καὶ ὁ τοῦ φωτὸς λόγος τοῖς ἐσκοτισμένοις ἁρμόδιος ἥ τε ὁδὸς τοῖς πεπλανημένοις, ἀλλὰ καὶ ἡ θύρα τοῖς τοῦ εἰσελθεῖν δεομένοις· οὕτως καὶ ὁ ἐκκλησιαστὴς τοῖς ἐκκλησιάζουσι διαλέγεται πάντως. οὐκοῦν πρὸς ἡμᾶς λαλεῖ ὁ ἐκκλησιαστής. καὶ δὴ ἀκούσωμεν τῶν λόγων αὐτοῦ ἡμεῖς ἡ ἐκκλησία. ὡς γὰρ ὁ μὲν χορὸς πρὸς τὸν κορυφαῖον ὁρᾷ, πρὸς δὲ τὸν κυβερνήτην οἱ ναῦται καὶ πρὸς τὸν στρατηγὸν ἡ παράταξις, οὕτω καὶ πρὸς τὸν καθηγεμόνα τῆς ἐκκλησίας οἱ ἐν τῷ πληρώματι ὄντες τῆς ἐκκλησίας. τί οὖν φησιν ὁ ἐκκλησιαστής; Ἐγὼ ἐγενόμην βασιλεὺς ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλήμ. πότε τοῦτο;
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ Β´ «Εγώ», λέει, «ο Εκκλησιαστής». Έχουμε δε μάθει ποιος είναι ο Εκκλησιαστής: εκείνος που συγκεντρώνει σε ένα τα πλανημένα και διασκορπισμένα, και καθιστά τα πάντα μία εκκλησία και ένα ποίμνιο, ώστε κανείς να μην είναι ανήκοος στην καλή φωνή του ποιμένα που ζωοποιεί τα πάντα. Διότι, «τα λόγια», λέει, «που εγώ λαλώ είναι πνεύμα και είναι ζωή». Αυτός ονομάζει τον εαυτό του Εκκλησιαστή, όπως ακριβώς ιατρό και ζωή και ανάσταση και φως και οδό και θύρα και αλήθεια, και όλα τα ονόματα της φιλανθρωπίας. Όπως λοιπόν η φωνή του ιατρού απευθύνεται οικεία προς τους ασθενείς, και ο λόγος της ζωής γίνεται ενεργός στους νεκρούς, οι οποίοι όταν ακούσουν τη φωνή του Υιού του Ανθρώπου δεν παραμένουν πλέον στην αρχαία νεκρότητα· και όσοι βρίσκονται μέσα στο χώμα επιζητούν τη φωνή της αναστάσεως· και ο λόγος του φωτός αρμόζει στους σκοτισμένους, και η οδός στους πλανημένους, αλλά και η θύρα σε εκείνους που έχουν ανάγκη να εισέλθουν· έτσι και ο Εκκλησιαστής πάντοτε διαλέγεται με όσους εκκλησιάζονται. Επομένως, σε εμάς απευθύνεται ο Εκκλησιαστής. Και ας ακούσουμε, λοιπόν, τα λόγια του εμείς, η εκκλησία. Διότι, όπως ο χορός προσβλέπει στον κορυφαίο, οι ναύτες στον κυβερνήτη και η στρατιωτική παράταξη στον στρατηγό, έτσι και προς τον καθηγεμόνα της εκκλησίας προσβλέπουν όσοι ανήκουν στο πλήρωμα της εκκλησίας. Τι λέει, λοιπόν, ο Εκκλησιαστής; «Εγώ έγινα βασιλιάς του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ». Πότε συνέβη αυτό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες