Ἡμέρα καὶ νὺξ ἅπαξ ἐδημιουργήθη, καὶ ἐξ ἐκείνου καὶ νῦν ἀλλήλας διαδεχόμεναι, καὶ κατ᾽ ἰσομοιρίαν διαιρούμεναι τὸν χρόνον οὐκ ἀπολήγουσι. Συναχθήτω τὰ ὕδατα. Ἐκελεύσθη τρέχειν τῶν ὑδάτων ἡ φύσις, καὶ οὐδέποτε κάμνει τῷ προστάγματι ἐκείνῳ κατασπευδομένη διηνεκῶς. Τοῦτο δὲ λέγω, πρὸς τὴν ῥυτὴν ἀφορῶν τῶν ὑδάτων μοῖραν. Τὰ μὲν γὰρ αὐτόματα ῥεῖ, οἷον τὰ κρηναῖα καὶ τὰ ποτάμια· τὰ δὲ συλλογιμαῖά ἐστι καὶ ἀπόρευτα. Ἀλλ᾽ ἐμοὶ νῦν περὶ τῶν ὁρμητικῶν ὑδάτων ὁ λόγος. Συναχθήτω τὰ ὕδατα εἰς συναγωγὴν μίαν. Εἴ ποτέ σοι ἐπὶ κρήνης ἑστῶτι ἄφθονον ὕδωρ ἀναδιδούσης ἔννοια ἐγένετο, τίς ὁ ὠθῶν ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς τοῦτο τὸ ὕδωρ; τίς ὁ ἐπείγων ἐπὶ τὰ πρόσω; ποῖα ταμεῖα ὅθεν προέρχεται; τίς ὁ τόπος ἐφ᾽ ὃν ἐπείγεται; πῶς καὶ ταῦτα οὐκ ἐκλείπει, κἀκεῖνα οὐκ ἀποπίμπλαται; Ταῦτα τῆς πρώτης ἐκείνης φωνῆς ἤρτηται. Ἐκεῖθεν τοῦ τρέχειν τῷ ὕδατι τὸ ἐνδόσιμον. Κατὰ πᾶσαν ἱστορίαν ὑδάτων μέμνησο τῆς πρώτης φωνῆς, Συναχθήτω τὰ ὕδατα. Ἔδει δραμεῖν αὐτὰ, ἵνα τὴν οἰκείαν καταλάβῃ χώραν· εἶτα γενόμενα ἐν τοῖς ἀφωρισμένοις τόποις, μένειν ἐφ᾽ ἑαυτῶν, καὶ μὴ χωρεῖν περαιτέρω. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ λόγον, Πάντες οἱ χείμαρροι ἐπὶ τὴν θάλασσαν πορεύονται, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἐμπιμπλαμένη.
Μετάφραση
Η ημέρα και η νύχτα δημιουργήθηκαν μία φορά, και από τότε μέχρι και σήμερα, διαδεχόμενες η μία την άλλη και διαιρώντας τον χρόνο σε ίσα μέρη, δεν παύουν να υπάρχουν. «Ας συναχθούν τα ύδατα». Προστάχθηκε η φύση των υδάτων να τρέχει, και ποτέ δεν κουράζεται, καθώς ωθείται στο διηνεκές από εκείνο το πρόσταγμα. Και το λέγω αυτό, έχοντας υπόψη το ρέον τμήμα των υδάτων. Διότι τα μεν ρέουν από μόνα τους, όπως τα νερά των πηγών και των ποταμών· τα δε είναι συγκεντρωμένα και στάσιμα. Αλλά ο λόγος μου τώρα αφορά τα ορμητικά ύδατα. «Ας συναχθούν τα ύδατα σε μία συναγωγή». Αν ποτέ, καθώς στεκόσουν δίπλα σε μια πηγή που ανάβλυζε άφθονο νερό, σου δημιουργήθηκε η απορία: ποιος ωθεί αυτό το ύδωρ από τα σπλάχνα της γης; Ποιος το σπρώχνει προς τα εμπρός; Ποια είναι τα ταμεία από τα οποία προέρχεται; Ποιος είναι ο τόπος προς τον οποίο σπεύδει; Πώς αυτά εδώ δεν στερεύουν, και εκείνα δεν γεμίζουν; Όλα αυτά εξαρτώνται από εκείνη την πρώτη φωνή. Από εκεί δόθηκε στο ύδωρ το έναυσμα να τρέχει. Σε κάθε εξέταση των υδάτων να θυμάσαι την πρώτη φωνή: «Ας συναχθούν τα ύδατα». Έπρεπε να τρέξουν, για να καταλάβουν τον οικείο τους χώρο· και έπειτα, αφού βρεθούν στους καθορισμένους τόπους, να παραμείνουν στη θέση τους και να μην προχωρήσουν περαιτέρω. Γι' αυτόν τον λόγο, σύμφωνα με τα λόγια του Εκκλησιαστή: «Όλοι οι χείμαρροι πορεύονται προς τη θάλασσα, και η θάλασσα δεν γεμίζει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες