Ὅσα βλέπει ὀφθαλμὸς, τοσούτων ἐπιθυμεῖ ὁ πλεονέκτης· Οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾷν· καὶ οὐ κορεσθήσεται φιλάργυρος τοῦ λαμβάνειν. Ὁ ᾅδης οὐκ εἶπεν· Ἀρκεῖ, οὐδὲ ὁ πλεονέκτης εἶπέ ποτε· Ἀρκεῖ. Πότε χρήσῃ τοῖς παροῦσι; πότε ἀπολαύσεις αὐτῶν, ἀεὶ τοῖς πόνοις τῆς κτήσεως συνεχόμενος; Οὐαὶ οἱ συνάπτοντες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν, καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγίζοντες, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι· Σὺ δὲ τί ποιεῖς; Οὐ προφασίζῃ μυρία, ἵνα λάβῃς τὰ τοῦ πλησίον; Ἐπισκοτεῖ μοι, φησὶν, ἡ τοῦ γείτονος οἰκία, θορύβους ἐνίησιν, ἢ τὸ πλανώμενον ὑποδέχεται, ἢ ὅ τι ἂν τύχῃ αἰτιασάμενος, περιελαύνων, καὶ ἐξωθῶν, καὶ ἕλκων ἀεὶ, καὶ σπαράσσων, οὐ πρότερον παύεται, πρὶν ἂν ἐπαγάγῃ αὐτοῖς ἀνάγκην μεταναστάσεως.
Μετάφραση
Όσα βλέπει ο οφθαλμός, τόσα επιθυμεί ο πλεονέκτης. Δεν θα χορτάσει ο οφθαλμός να βλέπει, και δεν θα κορεσθεί ο φιλάργυρος να λαμβάνει. Ο άδης δεν είπε ποτέ: «Αρκεί», ούτε ο πλεονέκτης είπε ποτέ: «Αρκεί». Πότε θα κάνεις χρήση αυτών που έχεις; Πότε θα τα απολαύσεις, εφόσον διαρκώς κατατρύχεσαι από τους κόπους της απόκτησής τους; Ουαί σε εκείνους που ενώνουν οικία με οικία, και προσθέτουν αγρό στον αγρό, ώστε να αφαιρέσουν κάτι από τον πλησίον τους. Εσύ όμως τι κάνεις; Δεν προφασίζεσαι χίλια δυο, για να πάρεις τα υπάρχοντα του πλησίον σου; «Μου κρύβει το φως», λέει, «το σπίτι του γείτονα, προκαλεί θορύβους ή δέχεται μέσα τον κάθε περιπλανώμενο», ή προβάλλοντας ως αιτία οτιδήποτε τύχει, ταλαιπωρώντας και εκδιώκοντας, σέρνοντας και κατασπαράζοντάς τους διαρκώς, δεν σταματά, μέχρις ότου τους επιβάλει την ανάγκη να μετοικήσουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες