Ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, τὰ πάντα ματαιότης. μάταιον νοεῖται τὸ ἀνυπόστατον, ὃ ἐν μόνῃ τῇ τοῦ ῥήματος προφορᾷ τὸ εἶναι ἔχει· πρᾶγμα δὲ ὑφεστὸς τῇ τοῦ ὀνόματος σημασίᾳ οὐ συνεμφαίνεται, ἀλλ᾽ ἔστι τις ψόφος ἀργὸς καὶ διάκενος, ἐν σχήματι λέξεώς τινος διὰ συλλαβῶν προφερόμενος, εἰκῇ προσπίπτων τῇ ἀκοῇ χωρὶς σημασίας, οἷα δὴ παίζοντές τινες ὀνοματοποιοῦσιν, ὧν τὸ σημαινόμενόν ἐστιν οὐδέν. ἓν μὲν οὖν τοῦτο εἶδος τῆς ματαιότητος. ἄλλη δὲ ματαιότης λέγεται τῶν κατά τινα σπουδὴν πρὸς οὐδένα σκοπὸν γινομένων ἡ ἀχρηστία, ὡς τὰ ἐν ψάμμῳ τῶν παίδων οἰκοδομήματα καὶ ἡ κατὰ τῶν ἄστρων τοξεία καὶ ἡ τῶν ἀνέμων θήρα καὶ ἡ πρὸς τὴν ἰδίαν σκιὰν τοῦ δρομέως ἅμιλλα, ὅταν φιλονεικῇ τῆς τοῦ σκιάσματος κορυφῆς ἐπιβῆναι καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἕτερον ἐν τοῖς εἰκῇ γινομένοις εὑρίσκομεν, ἅπερ πάντα τῷ τῆς ματαιότητος ὑπάγεται ῥήματι. ἔστι δὲ πολλάκις κἀκεῖνο μάταιον ἐν τῇ συνηθείᾳ λεγόμενον, ὅταν πρός τινα σκοπόν τις ὁρῶν καὶ ὥς τι λυσιτελὲς τῷ προκειμένῳ κατὰ σπουδὴν μετιὼν ἕκαστα πράττῃ, εἶτά τινος ἐναντίου γεγενημένου εἰς ἀνόνητον περιέλθῃ ὁ πόνος, καὶ τότε τὸ ἐπὶ μηδενὶ κατορθώματι τὴν σπουδὴν προχωρῆσαι τῷ ῥήματι τοῦ ματαίου διασημαίνεται. λέγει γὰρ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἡ συνήθεια τὸ Μάτην ἐκοπίασα καὶ Μάτην ἐπήλπισα καὶ Ἐπὶ ματαίῳ τοὺς πολλοὺς ὑπέστην καμάτους.
Μετάφραση
Ματαιότης ματαιοτήτων, είπε ο Εκκλησιαστής, τα πάντα ματαιότης. Μάταιο νοείται το ανυπόστατο, εκείνο που έχει την ύπαρξή του μόνο στην προφορά της λέξης· ενώ κανένα υπαρκτό πράγμα δεν υποδηλώνεται από τη σημασία του ονόματος, παρά πρόκειται για κάποιον ήχο άεργο και κενό, ο οποίος προφέρεται με συλλαβές υπό τη μορφή κάποιας λέξης, φτάνοντας άσκοπα στην ακοή χωρίς καμία σημασία, όπως ακριβώς πλάθουν λέξεις ορισμένοι όταν παίζουν, των οποίων το σημαινόμενο δεν είναι τίποτα. Αυτό, λοιπόν, είναι ένα είδος ματαιότητας. Άλλη δε ματαιότητα ονομάζεται η αχρηστία εκείνων που γίνονται με κάποια επιμέλεια αλλά χωρίς κανέναν σκοπό, όπως τα οικοδομήματα των παιδιών στην άμμο, η ρίψη βελών προς τα άστρα, το κυνήγι των ανέμων και ο ανταγωνισμός του δρομέα με την ίδια του τη σκιά, όταν πασχίζει να πατήσει την κορυφή της σκιάς του, καθώς και οτιδήποτε άλλο παρόμοιο βρίσκουμε ανάμεσα σε όσα γίνονται άσκοπα, τα οποία στο σύνολό τους υπάγονται στην έννοια της ματαιότητας. Επίσης, μάταιο αποκαλείται συχνά στην καθημερινή χρήση και εκείνο, όταν κάποιος αποβλέποντας σε κάποιον σκοπό και επιδιώκοντας με ζήλο το προκείμενο ως κάτι ωφέλιμο πράττει το καθετί, έπειτα όμως, επειδή συνέβη κάτι αντίξοο, ο κόπος του καταλήξει ανώφελος, και τότε το ότι η προσπάθεια δεν κατέληξε σε κανένα κατόρθωμα δηλώνεται με τη λέξη του ματαίου. Διότι σε τέτοιες περιπτώσεις η συνήθεια λέει το «Μάταια κοπίασα», το «Μάταια ήλπισα» και το «Επί ματαίω υποβλήθηκα σε τόσους πολλούς κόπους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες