Λέγει γὰρ ὅτι Εἶπα ἐγὼ ἐν τῇ καρδίᾳ μου, δεῦρο δή, πειράσω σε ἐν εὐφροσύνῃ, καὶ ἰδὲ ἐν ἀγαθοῖς, καί γε τοῦτο ματαιότης. οὐ γὰρ εὐθὺς ἔδωκεν ἑαυτὸν τῇ τοιαύτῃ πείρᾳ οὐδὲ ἄγευστος τοῦ κατεσκληκότος τε καὶ σεμνοτέρου βίου πρὸς τὴν τῶν ἡδέων μετουσίαν κατώλισθεν, ἀλλ᾽ ἐνασκηθεὶς ἐκείνοις καὶ κατορθώσας τῷ ἤθει τὸ ἀμειδὲς καὶ ἀνένδοτον, δι᾽ ὧν μάλιστα τὰ τῆς σοφίας μαθήματα τοῖς σπουδάζουσι γίνεται, τότε καθίησι πρὸς τὰ τῇ αἰσθήσει τερπνὰ νομιζόμενα, οὐ πάθει πρὸς ταῦτα καθελκυσθείς, ἀλλὰ τοῦ ἐπισκέψασθαι χάριν, εἴ τι συντελεῖ πρὸς τὴν τοῦ ἀληθινῶς ἀγαθοῦ γνῶσιν ἐν τούτοις γενομένη ἡ αἴσθησις. ἐπεὶ τό γε κατ᾽ ἀρχὰς ἐχθρὸν ἑαυτοῦ ποιεῖται τὸν γέλωτα καὶ περιφορὰν ὀνομάζει τὸ πάθος, ὅπερ ἴσον ἐστὶ κατὰ διάνοιαν τῇ παραφορᾷ τε καὶ παρανοίᾳ· ἦ τί γὰρ ἂν ἄλλο τις ὀνομάσειε κυρίως τὸν γέλωτα, ὃς μήτε λόγος ἐστὶ μήτε ἔργον ἐπί τινι σκοπῷ κατορθούμενον, διάχυσις δὲ σώματος ἀπρεπὴς καὶ πνεύματος κλόνος καὶ βρασμὸς ὅλου τοῦ σώματος καὶ διαστολὴ παρειῶν καὶ γύμνωσις ὀδόντων τε καὶ οὔλων καὶ ὑπερῴας αὐχένος τε λυγισμὸς καὶ φωνῆς παράλογος θρύψις συνεπικοπτομένης τῇ κλάσει τοῦ πνεύματος· τί ἂν ἄλλο εἴη τοῦτο, φησί, καὶ οὐ παράνοια;
Μετάφραση
Διότι λέγει: «Είπα εγώ στην καρδιά μου, έλα λοιπόν, θα σε δοκιμάσω με την ευφροσύνη, και γεύσου τα αγαθά· αλλά και αυτό είναι ματαιότητα». Διότι δεν παρέδωσε αμέσως τον εαυτό του σε μια τέτοια δοκιμασία, ούτε κατρακύλησε στη συμμετοχή των ηδονών χωρίς να έχει γευθεί τον σκληραγωγημένο και πιο σεμνό βίο, αλλά, αφού ασκήθηκε πρώτα σε αυτά και κατόρθωσε να προσδώσει στο ήθος του το αγέλαστο και το ανυποχώρητο, μέσω των οποίων κυρίως μεταδίδονται τα μαθήματα της σοφίας σε όσους τα μελετούν, τότε μόνο καταβαίνει προς εκείνα που θεωρούνται τερπνά για τις αισθήσεις. Και το κάνει αυτό, όχι επειδή παρασύρθηκε προς αυτά από κάποιο πάθος, αλλά για να εξετάσει εάν η εμπειρία των αισθήσεων που σχετίζεται με αυτά συντελεί σε κάτι προς τη γνώση του αληθινού αγαθού. Επειδή, τουλάχιστον από την αρχή, καθιστά τον γέλωτα εχθρό του και ονομάζει το πάθος αυτό «περιφορά», το οποίο νοηματικά ισοδυναμεί με την παραφορά και την παράνοια. Διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς κυριολεκτικά να ονομάσει τον γέλωτα, ο οποίος δεν είναι ούτε λόγος ούτε κάποιο έργο που επιτελείται για κάποιον σκοπό, αλλά μια απρεπής χαλάρωση του σώματος, κλονισμός της αναπνοής, αναβρασμός ολόκληρου του σώματος, διαστολή των παρειών, γύμνωμα των δοντιών, των ούλων και του ουρανίσκου, λύγισμα του αυχένα και παράλογος κομματιασμός της φωνής, που διακόπτεται από το σπάσιμο της αναπνοής; Τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτό, λέγει, εάν όχι παράνοια;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες