ὅπερ οὐδὲν ἄλλο σημαίνειν μοι φαίνεται ἢ ὅτι περιέσχον ἐν ἐμαυτῷ πᾶσαν ἀπολαυστικὴν ἐπίνοιαν, οἷον ἀπό τινος κτήματος τὴν εὐφροσύνην ἀπὸ τῶν γινομένων καρπούμενος. Οὐκ ἀπεκώλυσα γάρ, φησί, τὴν καρδίαν μου ἀπὸ πάσης εὐφροσύνης, καὶ ἡ καρδία μου εὐφράνθη ἐν παντὶ μόχθῳ μου, καὶ τοῦτο ἐγένετο μερίς μου ἀπὸ παντὸς μόχθου μου, μερίδα τὴν κτῆσιν λέγων. ἐπεὶ οὖν διεξῆλθε τὴν ἐπὶ μέρους τρυφήν, ἀπ᾽ ἀρχῆς εἰς τέλος ἐπιδραμὼν καὶ πάντα τῷ λόγῳ διεξελθών, δι᾽ ὧν τοῖς ἀπολαύουσιν αἱ ἡδοναὶ συναγείρονται, τὰ τῶν οἰκοδομημάτων κάλλη, τοὺς ἀμπελῶνας, τοὺς κήπους, τὰς κολυμβήθρας, τοὺς παραδείσους, τὴν κατὰ τῶν ὁμοφύλων ἀρχήν, τὴν τῶν χρημάτων περιουσίαν, τὴν ἐν τοῖς συμποσίοις πρὸς τὰς θυμηδίας παρασκευήν, πάντα, καθὼς αὐτὸς ὀνομάζει, τὰ ἐντρυφήματα, ἐν οἷς ἀπησχολήθη αὐτοῦ ἡ σοφία τὰ τοιαῦτα διερευνωμένη καὶ εἰς ἐπίνοιαν ἄγουσα, ὧν ἀπολελαυκέναι φησὶ διὰ πάσης αἰσθήσεως, τῶν τε ὀφθαλμῶν τὰ πρὸς ἡδονὴν εὑρισκόντων τῆς τε ψυχῆς ἐχούσης πᾶν τὸ κατ᾽ ἐπιθυμίαν ἀκώλυτον· τότε τὴν πρώτην ἑρμηνεύει φωνήν, ἣν ἐν προοιμίοις τοῦ λόγου πεποίηται, μάταια εἶναι τὰ πάντα ἀποφηνάμενος. φησὶ γὰρ πρὸς ταῦτα βλέπων περὶ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἀποφήνασθαι, ὅτι Πάντα ματαιότης ἐστίν, ὅσα ἥ τε αἴσθησις βλέπει καὶ παρὰ τῶν ἀνθρώπων εἰς εὐφροσύνην ἐπιτηδεύεται.
Μετάφραση
Το οποίο δεν μου φαίνεται να σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι περιέκλεισα μέσα μου κάθε απολαυστική επινόηση, αποκομίζοντας την ευφροσύνη από όσα συνέβαιναν, σαν από κάποιο απόκτημα. Διότι λέγει: «Δεν στέρησα την καρδιά μου από καμία ευφροσύνη, και η καρδιά μου ευφράνθηκε σε κάθε μόχθο μου, και αυτή υπήρξε η μερίδα μου από κάθε μόχθο μου», ονομάζοντας «μερίδα» το απόκτημα. Επειδή, λοιπόν, διεξήλθε την κάθε επιμέρους τρυφή, διατρέχοντας από την αρχή μέχρι το τέλος και διερευνώντας με τον λόγο τα πάντα, μέσω των οποίων συγκεντρώνονται οι ηδονές σε αυτούς που τις απολαμβάνουν: τα κάλλη των οικοδομημάτων, τους αμπελώνες, τους κήπους, τις δεξαμενές, τους παραδείσους, την εξουσία επί των ομοφύλων, τον πλούτο των χρημάτων, την προετοιμασία για τις διασκεδάσεις στα συμπόσια, τα πάντα, όπως ο ίδιος τα ονομάζει, τα «εντρυφήματα», με τα οποία απασχολήθηκε η σοφία του διερευνώντας τέτοια πράγματα και κάνοντάς τα αντικείμενο επινοήσεως, τα οποία λέγει ότι τα απόλαυσε μέσω κάθε αίσθησης, καθώς αφενός τα μάτια εύρισκαν όσα προσέφεραν ηδονή και αφετέρου η ψυχή είχε ανεμπόδιστα καθετί που επιθυμούσε· τότε ερμηνεύει την πρώτη φωνή, την οποία διατύπωσε στα προοίμια του λόγου του, αποφαινόμενος ότι τα πάντα είναι μάταια. Διότι λέγει ότι, αποβλέποντας σε αυτά, αποφάνθηκε για την ανθρώπινη ζωή πως τα πάντα είναι ματαιότητα, όσα δηλαδή βλέπει η αίσθηση και όσα επιτηδεύονται από τους ανθρώπους προς ευφροσύνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες