Ἀλλ᾽ εἰ μεμαθήκαμεν, πῶς εἰσι τοῦ σοφοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ, φύγωμεν τὴν ἀφροσύνην, ἥτις σκότος τοῖς ἐν τῷ βίῳ τούτῳ πορευομένοις γίνεται. Ὁ γὰρ ἄφρων, φησίν, ἐν σκότει πορεύεται. ἄφρων δέ ἐστι, καθὼς ἡ προφητεία φησίν, ὁ ἐν τῇ καρδίᾳ λέγων μὴ εἶναι θεόν, ὃς διεφθάρη καὶ ἐβδελύχθη ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν. ἡ δὲ ἀκολουθία τοῦ λόγου θεραπεύει διὰ τῶν ἐφεξῆς εἰρημένων τοὺς μικροψύχως περὶ τὴν ζωὴν ταύτην διακειμένους, οἷς χαλεπόν τι τὸ τοῦ θανάτου νομίζεται καὶ διὰ τοῦτο κέρδος οὐδὲν τοῦ κατ᾽ ἀρετὴν βίου τοῖς τὴν ὑψηλοτέραν μετιοῦσι ζωὴν εἶναι πεπίστευται, ὅτι ἀμφοτέροις πρὸς τὸ αὐτὸ πέρας ἡ ζωὴ καταλήγει καὶ οὐκ ἔστιν ἀποφυγὴν τοῦ θανάτου διὰ τῆς ἀστειοτέρας κατορθωθῆναι ζωῆς. τὰς οὖν τοιαύτας ἀντιθέσεις ὡς ἐξ ἰδίου προσώπου ποιούμενος πάλιν καθάπτεται τῆς ἀτοπίας τῶν προφερόντων ἐκεῖνα, ὡς ἀνεπισκέπτως ἐχόντων τῆς τῶν ὄντων φύσεως, καὶ διδάσκει τὴν διαφοράν, ἐν τίνι τὸ πλέον ἔχει ἡ ἀρετὴ τῆς κακίας, ὡς οὐχὶ διὰ τῆς τοῦ θανάτου κοινότητος ὁμοτιμίας τινὸς ἐν αὐτοῖς ἐλπιζομένης, ἀλλὰ διὰ τῶν εἰς ὕστερον ἀναμενόντων καλῶν ἢ κακῶν τῆς διαφορᾶς εὑρισκομένης. ἔχει δὲ ἡ λέξις τῆς ἀντιθέσεως οὕτως· Ἔγνων ἐγώ, ὅτι συνάντημα ἓν συναντήσεται τοῖς πᾶσιν αὐτοῖς. καὶ εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου, ὡς συνάντημα τοῦ ἄφρονος καί γε ἐμοὶ συναντήσεται, καὶ ἵνα τί ἐσοφισάμην;
Μετάφραση
Αλλ’ αφού μάθαμε πώς τα μάτια του σοφού βρίσκονται στο κεφάλι του, ας αποφύγουμε την αφροσύνη, η οποία γίνεται σκοτάδι για εκείνους που πορεύονται σε τούτον τον βίο. Διότι ο άφρων, λέει, πορεύεται στο σκοτάδι. Και άφρων είναι, όπως λέει η προφητεία, εκείνος που λέει στην καρδιά του ότι δεν υπάρχει Θεός, ο οποίος διαφθάρηκε και έγινε βδελυρός με τις πράξεις του. Η συνέχεια του λόγου θεραπεύει, μέσα από τα όσα λέγονται παρακάτω, εκείνους που αντιμετωπίζουν μικρόψυχα αυτή τη ζωή, οι οποίοι θεωρούν τον θάνατο ως κάτι το φοβερό, και εξαιτίας αυτού έχουν πιστέψει ότι δεν υπάρχει κανένα όφελος από τον ενάρετο βίο για όσους ακολουθούν την ανώτερη ζωή, επειδή και για τους δύο η ζωή καταλήγει στο ίδιο τέλος και δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί η αποφυγή του θανάτου μέσω μιας πιο ευγενούς βιοτής. Διατυπώνοντας, λοιπόν, τέτοιου είδους αντιρρήσεις στο δικό του πρόσωπο, επικρίνει και πάλι τον παραλογισμό όσων προβάλλουν αυτά τα επιχειρήματα, επειδή αντιμετωπίζουν απερίσκεπτα τη φύση των όντων, και διδάσκει τη διαφορά, δηλαδή σε τι πλεονεκτεί η αρετή έναντι της κακίας. Δείχνει ότι δεν αναμένεται καμία ισοτιμία μεταξύ τους εξαιτίας του γεγονότος ότι ο θάνατος είναι κοινός, αλλά ότι η διαφορά τους διαπιστώνεται από τα καλά ή τα κακά που τους αναμένουν στο μέλλον. Η δε διατύπωση της αντίρρησης έχει ως εξής: «Γνώρισα εγώ, ότι μία κοινή μοίρα θα συναντήσει όλους αυτούς. Και είπα εγώ στην καρδιά μου: η μοίρα του άφρονος θα συναντήσει κι εμένα τον ίδιο, και τότε προς τι έγινα σοφός;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες