ἐγὼ περισσὸν ἐλάλησα ἐν καρδίᾳ μου, διότι ἄφρων ἐκ περισσεύματος λαλεῖ, ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης. ὅτι οὐκ ἔστιν ἡ μνήμη τοῦ σοφοῦ μετὰ τοῦ ἄφρονος εἰς αἰῶνα, καθότι ἤδη αἱ ἡμέραι αἱ ἐρχόμεναι τὰ πάντα ἐπελήσθη· καὶ πῶς ἀποθανεῖται ὁ σοφὸς μετὰ τοῦ ἄφρονος; οἷς ἐπάγει τὸ μίσους ἄξια νομίσαι τὰ πάντα, περὶ ἃ πρότερον ἐμπαθῶς εἶχε τὸ μάταιον ὡς ἀγαθὸν ἀσπαζόμενος, καὶ πάντα μεμισηκέναι φησίν, ὅσα πρὸς τὴν ζωὴν ταύτην βλέπων ἐπόνησε, διότι οὐδὲν ἑαυτῷ, ἀλλὰ τῷ μετ᾽ αὐτὸν πάντα ἐπόνησεν, ὃς εἰς τί χρήσεται τοῖς πεπονημένοις προγνῶναι διὰ τὴν τοῦ μέλλοντος ἀδηλίαν οὐχ οἷόν τε. λέγει δὲ κατὰ λέξιν οὕτως· Καὶ ἐμίσησα σὺν τὴν ζωήν, ὅτι πονηρὸν ἐπ᾽ ἐμὲ τὸ ποίημα τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος. καὶ ἐμίσησα ἐγὼ σύμπαντα τὸν μόχθον μου, ὃν ἐγὼ μοχθῶ ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι ἀφίω αὐτὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ γινομένῳ μετ᾽ ἐμέ· καὶ τίς οἶδεν, εἰ σοφὸς ἔσται ἢ ἄφρων καὶ εἰ ἐξουσιάσεται ἐν παντὶ μόχθῳ μου, ᾧ ἐμόχθησα καὶ ἐσοφισάμην ὑπὸ τὸν ἥλιον; καί γε τοῦτο ματαιότης. ταῦτα εἰπὼν ἀλλοτρίως φησὶ καὶ πρὸς τοῦτο τῇ ψυχῇ διατεθῆναι τὸ νομίσαι μίαν εἶναι τῷ τε κατ᾽ ἀρετὴν βεβιωκότι καὶ τῷ μηδεμίαν πρὸς τοῦτο πεποιημένῳ σπουδὴν τὴν μερίδα.
Μετάφραση
Εγώ μίλησα περισσότερο από όσο έπρεπε στην καρδιά μου, διότι ο άφρων μιλάει από το περίσσευμα του, ότι και αυτό είναι ματαιότητα. Διότι δεν θα διατηρηθεί η μνήμη του σοφού μαζί με εκείνη του άφρονος στον αιώνα, εφόσον ήδη οι ημέρες που έρχονται τα έχουν όλα λησμονήσει· και πώς θα πεθάνει ο σοφός μαζί με τον άφρονα; Σε αυτά προσθέτει ότι πρέπει να θεωρηθούν άξια μίσους τα πάντα, για τα οποία προηγουμένως αισθανόταν εμπάθεια, ασπαζόμενος το μάταιο ως αγαθό, και λέει ότι μίσησε τα πάντα, όσα δημιούργησε με κόπο αποβλέποντας στην παρούσα ζωή, διότι σε τίποτα δεν κοπίασε για τον εαυτό του, αλλά τα πάντα τα προσέφερε με τον κόπο του για εκείνον που θα έρθει μετά από αυτόν. Το πώς εκείνος θα χρησιμοποιήσει τους κόπους του είναι αδύνατον να το γνωρίζει εκ των προτέρων, εξαιτίας της αδηλότητας του μέλλοντος. Αναφέρει δε κατά λέξη τα εξής: «Και εμίσησα τη ζωή, διότι είναι πονηρό για εμένα το έργο που έχει συντελεστεί κάτω από τον ήλιο, επειδή τα πάντα είναι ματαιότητα και προαίρεση πνεύματος. Και εμίσησα εγώ όλον τον μόχθο μου, με τον οποίο εγώ μοχθώ κάτω από τον ήλιο, επειδή τον αφήνω στον άνθρωπο που θα έρθει μετά από εμένα· και ποιος γνωρίζει εάν θα είναι σοφός ή άφρων, και εάν θα γίνει εξουσιαστής σε όλον τον μόχθο μου, για τον οποίο εμόχθησα και ενήργησα με σοφία κάτω από τον ήλιο; Και αυτό βέβαια είναι ματαιότητα». Αφού τα είπε αυτά, λέει ότι η ψυχή του αισθάνθηκε αποστροφή (αποξενώθηκε) και στο να θεωρήσει ότι είναι κοινή η μερίδα (η μοίρα) τόσο για εκείνον που έζησε σύμφωνα με την αρετή, όσο και για εκείνον που δεν επέδειξε καμία τέτοια σπουδή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες