Καὶ τίς οἶδεν εἰ σοφὸς ἔσται ἢ ἄφρων; Ὅρα δὴ οὖν μὴ, μετὰ μυρίων πόνων τὸν πλοῦτον ἀθροίσας, ὕλην ἁμαρτημάτων ἑτέροις παρασκευάσῃς, εἶτα εὑρεθῇς διπλᾶ τιμωρούμενος, ὧν τε αὐτὸς ἠδίκησας, καὶ ὧν ἕτερον ἐφωδίασας. Μὴ οὐχὶ παντὸς τέκνου οἰκειοτέρα σοῦ ἐστιν ἡ ψυχή; Μὴ οὐχὶ πάντων μᾶλλον εἰς οἰκειότητα προσεγγίζει; Πρώτῃ αὐτῇ ἀπόδος τὰ πρεσβεῖα τῆς κληρονομίας, πλουσίας αὐτῇ παράσχου τὰς ἀφορμὰς τῆς ζωῆς· καὶ τότε τοῖς παισὶ διαιρήσεις τὸν βίον. Οἱ μέν γε παῖδες παρὰ γονέων μὴ διαδεξάμενοι, ἑαυτοῖς πολλάκις οἴκους ἐποίησαν· ἡ ψυχὴ δὲ, παρὰ σοῦ ἐγκαταλειφθεῖσα, παρὰ τίνος ἐλεηθήσεται; —Εἴρηται πρὸς τοὺς πατέρας ἃ εἴρηται· οἱ ἄτεκνοι τίνα ἡμῖν εὐπρόσωπον αἰτίαν τῆς φειδωλίας προβάλλονται; Οὐ πωλῶ τὰ ὑπάρχοντα, οὐδὲ δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, διὰ τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου χρείας. Οὐκοῦν οὐχ ὁ Κύριός σου διδάσκαλος, οὐδὲ τὸ Εὐαγγέλιον ῥυθμίζει σου τὸν βίον, ἀλλ᾽ αὐτὸς σὺ νομοθετεῖς σεαυτῷ. Βλέπε δὲ εἰς οἷον κίνδυνον ἐμπίπτεις οὕτω διανοούμενος. Εἰ γὰρ ὁ μὲν Κύριος ὡς ἀναγκαῖα ἡμῖν διετάξατο, σὺ δὲ ὡς ἀδύνατα παραγράφῃ, οὐδὲν ἕτερον ἢ φρονιμώτερον σεαυτὸν εἶναι λέγεις τοῦ νομοθέτου. Ἀλλ᾽ ἀπολαύσας αὐτῶν παρὰ πᾶσάν μου τὴν ζωὴν, μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ βίου διαδόχους ποιήσομαι τῶν ἐμοὶ προσόντων τοὺς πένητας, γράμμασι καὶ διαθήκαις κυρίους αὐτοὺς τῶν ἐμῶν ἀποδείξας.
Μετάφραση
Και ποιος γνωρίζει αν θα είναι σοφός ή άφρων; Πρόσεξε λοιπόν μήπως, αφού συγκεντρώσεις τον πλούτο με μύριους κόπους, ετοιμάσεις σε άλλους υλικό αμαρτημάτων, και έπειτα βρεθείς να τιμωρείσαι διπλά, και για όσα αδίκησες ο ίδιος, και για εκείνα με τα οποία εφοδίασας άλλον. Μήπως η ψυχή σου δεν σου είναι πιο οικεία από κάθε παιδί; Μήπως δεν προσεγγίζει περισσότερο από όλα τα άλλα σε οικειότητα; Σε αυτήν πρώτα απόδωσε τα πρεσβεία της κληρονομιάς, σε αυτήν παρείχε πλούσιες τις αφορμές της ζωής· και τότε να μοιράσεις την περιουσία στα παιδιά. Διότι τα παιδιά, ακόμη και αν δεν λάβουν κληρονομιά από τους γονείς τους, πολλές φορές έφτιαξαν δικά τους σπίτια· η ψυχή όμως, αν εγκαταλειφθεί από εσένα, από ποιον θα ελεηθεί; Αυτά ειπώθηκαν προς τους πατέρες. Οι άτεκνοι, όμως, ποια εύλογη αιτία προβάλλουν για τη φειδωλία τους; «Δεν πουλώ τα υπάρχοντά μου, ούτε τα δίνω στους φτωχούς, εξαιτίας των βιοτικών αναγκών». Επομένως, δεν είναι ο Κύριος διδάσκαλός σου, ούτε το Ευαγγέλιο ρυθμίζει τον βίο σου, αλλά εσύ ο ίδιος νομοθετείς για τον εαυτό σου. Πρόσεξε όμως σε τι κίνδυνο περιπίπτεις σκεπτόμενος με αυτόν τον τρόπο. Διότι, αν ο Κύριος τα διέταξε σε εμάς ως αναγκαία, και εσύ τα απορρίπτεις ως αδύνατα, δεν δηλώνεις τίποτε άλλο παρά ότι θεωρείς τον εαυτό σου πιο φρόνιμο από τον Νομοθέτη. «Αλλά, αφού τα απολαύσω σε όλη μου τη ζωή, μετά το τέλος του βίου μου θα ορίσω τους φτωχούς κληρονόμους των υπαρχόντων μου, καθιστώντας τους κυρίους της περιουσίας μου με έγγραφα και διαθήκες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες