καὶ τοῦτο οὖν, φησίν, ἐν τοῖς ματαίοις κατηριθμήσθω. καὶ ἄλλῳ δέ τινι λέγει τῶν ὧδε τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἀποτετάχθαι καὶ φανεροῖ τῷ λόγῳ ὃ βούλεται. διαβέβληται γὰρ πρὸς τὸν τῆς ὀρθῆς κρίσεως ἁμαρτάνοντα, ὅταν τις βλέπων ἐναργῆ τῶν ἐναντίων βίων τὴν διαφοράν, ἐξ ὧν ὁ μὲν περὶ τὴν ἀρετὴν πονεῖ καὶ πρὸς οὐδὲν ἀνθρώπινον τὴν ἐπιθυμίαν κατάγει, ὁ δὲ ἕτερος κατὰ τὸ ἔμπαλιν πόνον μέν τινα τῶν ἐναρέτων οὐχ ὑπομένει, μόνοις δὲ τοῖς σωματικοῖς μόχθοις ἐγκατατρίβεται· ὅταν οὖν τις πρὸς τοῦτον φέρῃ τοῦ καλοῦ τὴν ψῆφον παρορῶν τὸν ἐν σοφίᾳ προέχοντα, οὐ μόνον ματαίαν, ἀλλὰ καὶ πονηρὰν τὴν ἄδικον ταύτην ἀποφαίνεται κρίσιν. λέγει δὲ τοῖς ῥήμασιν οὕτως· Καὶ ἐπέστρεψα, φησίν, ἐγὼ τοῦ ἀποτάξασθαι τῇ καρδίᾳ μου πρὸς τῷ ἄλλῳ μόχθῳ, ᾧ ἐμόχθησα ὑπὸ τὸν ἥλιον. τί οὖν ἐστιν, ὃ ἀπεταξάμην; ὅτι ἔστιν ἄνθρωπος, ὅτι μόχθος αὐτοῦ ἐν σοφίᾳ καὶ ἐν γνώσει καὶ ἐν ἀνδρείᾳ, καὶ ἄλλος ἄνθρωπος οὐδὲν ἐν τοῖς τοιούτοις πονήσας. πῶς οὖν τις τὴν μερίδα τῆς προτιμήσεως τῷ τοιούτῳ προσθήσει; Καὶ ἄνθρωπος γάρ, φησίν, ᾧ οὐκ ἐμόχθησεν ἐν αὐτῷ, (τουτέστι τῷ μὴ μοχθήσαντι ἐν τῷ ἀγαθῷ) δώσει αὐτῷ μερίδα αὐτοῦ (ἀντὶ τοῦ· ἐν ἀγαθοῦ μοίρᾳ τὸν τοιοῦτον βίον ὁρίσεται). ἀλλὰ Ματαιότης, φησί, τοῦτο καὶ πονηρία μεγάλη. πῶς γὰρ οὐκ ἔστιν πονηρία μεγάλη, ὅταν γινώσκῃ τὴν ἐγκειμένην τῷ ἀνθρώπῳ περὶ τοὺς μόχθους σπουδὴν καὶ προαίρεσιν;
Μετάφραση
Ας συγκαταλεχθεί, λοιπόν, λέει, και αυτό στα μάταια. Και προσθέτει ότι έχει απομακρύνει την ψυχή του και από κάτι άλλο από αυτά εδώ, και φανερώνει με τον λόγο του τι εννοεί. Διότι καταφέρεται εναντίον εκείνου που σφάλλει ως προς την ορθή κρίση, όταν κάποιος, βλέποντας ολοκάθαρα τη διαφορά δύο αντίθετων βίων, εκ των οποίων στον έναν κοπιάζει κανείς για την αρετή και δεν υποβιβάζει την επιθυμία του σε τίποτα το ανθρώπινο, ενώ στον άλλον, αντίθετα, δεν υπομένει κανέναν από τους κόπους των ενάρετων, αλλά αναλώνεται μόνο στους σωματικούς μόχθους· όταν, λοιπόν, κάποιος δίνει σε αυτόν τον δεύτερο την ψήφο του καλού, παραβλέποντας εκείνον που υπερέχει στη σοφία, αποφαίνεται ότι αυτή η άδικη κρίση δεν είναι μόνο μάταιη, αλλά και πονηρή. Και το διατυπώνει με τα εξής λόγια: «Και στράφηκα», λέει, «για να κάνω την καρδιά μου να αποτάξει τον άλλον μόχθο, για τον οποίο μόχθησα κάτω από τον ήλιο». Τι είναι, λοιπόν, αυτό που απέταξα; Το ότι υπάρχει άνθρωπος του οποίου ο μόχθος γίνεται με σοφία, με γνώση και με ανδρεία, και άλλος άνθρωπος που δεν κοπίασε καθόλου σε τέτοια πράγματα. Πώς, λοιπόν, κάποιος θα αποδώσει το μερίδιο της προτίμησης σε έναν τέτοιον; Διότι «σε άνθρωπο», λέει, «ο οποίος δεν μόχθησε σε αυτό» (δηλαδή σε αυτόν που δεν μόχθησε για το αγαθό) «θα του δώσει το μερίδιό του» (αντί να πει: θα προσδιορίσει έναν τέτοιον βίο ως μερίδιο αγαθού). Αλλά «Ματαιότητα», λέει, «είναι αυτό και πονηρία μεγάλη». Διότι πώς να μην είναι πονηρία μεγάλη, όταν γνωρίζει κανείς την επιμέλεια και την προαίρεση που ενυπάρχει στον άνθρωπο ως προς τους μόχθους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες