Ἀλλ᾽ εἴπερ ἕλοιντο νομοθέτην ὄντα σαφῶς ἐπιδείκνυσθαι τὸν Υἱόν, πῶς ἂν ἢ πόθεν τοῦτο γένοιτο πρὸς ἡμῶν; Α. Καὶ μὴν ἀποχρήσειν ἔν γε τουτωῒ τοῖς εὐμαθεστέροις οἰήσομαι δεῖν ὅπερ ἔφαμεν ἀρτίως. Νόμου γὰρ πέρι καὶ τῶν τοῖς ἀρχαιοτέροις τεθεσπισμένων Θεοῦ λέγοντος ἐναργῶς, ἐπ᾽ αὐτῶν οὐκ ἔστι προσθεῖναι καὶ ἀπ᾽ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν—πρέποι γὰρ ἂν καὶ μόνῃ τὸ χρῆναι θεσμοθετεῖν τῇ τῶν ὅλων βασιλίδι φύσει, προσθεῖναί τε καὶ ὑφελεῖν τὰ ἅπερ ἂν βούλοιτο· τεθεσμοθέτηκεν ὁ Υἱός, καὶ τὴν μὲν ἀρχαίαν ὑφεῖλεν ὡς ἀνόνητον ἐντολήν, ἐπεισέφρησε δὲ τὴν νέαν, τουτέστι τὴν εὐαγγελικήν, καὶ τοῦτο ὡς νομοθέτης, οὐχ ὑπεσταλμένως, ἀλλ᾽ ἐν ἐξουσίᾳ τῇ θεοπρεπεῖ. Κατασφραγιεῖ δὲ τὸν λόγον καὶ ὁ σοφὸς ἐπιστέλλων Παῦλος· «Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω, τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, μὴ ὢν αὐτὸς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ᾽ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω τοὺς ἀνόμους.» Ἄθρει γὰρ ὅπως τὸ ἄνομος εἶναι Θεῷ παρωθούμενος, ἔννομος εἶναί φησι τῷ Χριστῷ, τὸ ἐπ᾽ ἀμφοῖν εὐκλεὲς ἀπονέμων αὐτῷ καὶ ὡς Θεῷ κατὰ φύσιν τὸ χρῆναι θεσμοθετεῖν ἀνατιθεὶς ὡς ἐξαίρετον. Ὅτε τοίνυν, κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου φωνήν, οὐκ ἄνομος ἂν εἴη Θεῷ Χριστῷ τις ἔννομος ὤν, ποῖος ἔτι λόγος ἐξώσειεν ἂν τοῦ καὶ νομοθέτην εἶναι καὶ Θεὸν τὸν Υἱόν; Β. Οὐδείς, καθάπερ ἐγᾦμαι.
Μετάφραση
Αλλά εάν επέλεγαν να αποδειχθεί σαφώς ότι ο Υιός είναι νομοθέτης, πώς ή από πού θα μπορούσε να γίνει αυτό από εμάς; Α. Και όμως, θα θεωρήσω ότι αυτό που μόλις είπαμε θα είναι αρκετό ως προς αυτό, τουλάχιστον για τους πιο ευμαθείς. Διότι σχετικά με τον νόμο και τα όσα θεσπίστηκαν στους αρχαιότερους, εφόσον ο Θεός λέει ξεκάθαρα, σε αυτά δεν είναι δυνατόν να προστεθεί τίποτα και από αυτά δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθεί τίποτα —διότι το να νομοθετεί και να προσθέτει και να αφαιρεί ό,τι αν θέλει θα ταίριαζε αποκλειστικά και μόνο στην κυρίαρχη φύση των όλων— ο Υιός νομοθέτησε, και από τη μία αφαίρεσε την παλαιά εντολή ως ανωφελή, ενώ από την άλλη εισήγαγε τη νέα, δηλαδή την ευαγγελική, και το έπραξε αυτό ως νομοθέτης, όχι συγκαλυμμένα, αλλά με θεοπρεπή εξουσία. Θα επισφραγίσει μάλιστα αυτόν τον λόγο και ο σοφός Παύλος γράφοντας: «Έγινα στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος, για να κερδίσω τους Ιουδαίους· σε αυτούς που είναι υπό τον νόμο σαν να ήμουν υπό τον νόμο, ενώ ο ίδιος δεν είμαι υπό τον νόμο, για να κερδίσω αυτούς που είναι υπό τον νόμο· στους ανόμους σαν άνομος, ενώ δεν είμαι άνομος ενώπιον του Θεού, αλλά έννομος ως προς τον Χριστό, για να κερδίσω τους ανόμους». Διότι παρατήρησε πώς, αποκρούοντας το να είναι άνομος ενώπιον του Θεού, λέει ότι είναι έννομος ως προς τον Χριστό, αποδίδοντας σε Αυτόν τη δόξα και στα δύο, και αναγνωρίζοντας σε Αυτόν, ως Θεό κατά φύση, το κατ' εξαίρεση προνόμιο να νομοθετεί. Όταν λοιπόν, σύμφωνα με τη φωνή του αγίου, όποιος είναι έννομος ως προς τον Χριστό δεν θα ήταν άνομος ενώπιον του Θεού, ποια λογική θα μπορούσε πλέον να αποκλείσει τον Υιό από το να είναι και νομοθέτης και Θεός; Β. Καμία, όπως νομίζω.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες