Ἀλλὰ δάκνεσθαι μὲν ὑπὸ τῶν γινομένων, καὶ ἡσυχῆ τοῖς λυπηροῖς ἐπιστυγνάζειν προσῆκεν, ἐν συννοίᾳ προσώπου, καὶ σεμνότητι βάρος ἐχούσῃ, τὸ τῆς ψυχῆς πάθος διασημαίνοντα· φθεγγόμενον δὲ, οὐκ εὐθὺς ἐπιπηδᾷν ταῖς ἐπιτιμήσεσι προσῆκεν, ὥσπερ ἐναλλόμενον καὶ ἐπεμβαίνοντα τοῖς κειμένοις (φορτικὸν γὰρ τοῖς ὑπὸ λύπης τὴν ψυχὴν κεκακωμένοις αἱ ἐπιτιμήσεις· καὶ ἅμα δυσπαράδεκτοί εἰσι τοῖς κάμνουσι, καὶ πρὸς παρηγορίαν ἀπίθανοι τῶν ἀπαθῶς παντάπασι διακειμένων οἱ λόγοι)· ἀλλὰ συγχωρήσαντα κενὰ καὶ ἄπρακτα ἐκβοῆσαι. καὶ ὀλοφύρεσθαι, ἤδη τοῦ κακοῦ ὑπανέντος τι καὶ χαλάσαντος, τότε ἐμμελῶς καὶ πράως τῆς παρακλήσεως ἅπτεσθαι. Ἐπεὶ καὶ οἱ πωλοδάμναι τοὺς δυσηνίους τῶν πώλων οὐκ εὐθὺς κατάγχουσι τοῖς χαλινοῖς, οὐδὲ ἀνακρούουσιν (ἀναχαιτίζειν γὰρ οὕτω καὶ ἀποσείεσθαι τοὺς ἐπιβάτας διδάσκουσιν)· ἀλλὰ συνενδιδόντες τὴν πρώτην, καὶ συνεξορμῶντες αὐτοῖς, ἐπειδὰν ἴδωσιν ὑπὸ τῆς οἰκείας ὁρμῆς καὶ βίας τὸν θυμὸν ἀναλώσαντας, τότε παραλαβόντες δεδαμασμένους, εὐπειθεστέρους ἤδη ποιοῦσι διὰ τῆς τέχνης. Οὕτως ἔσται κατὰ τὸν τοῦ Σολομῶντος λόγον· Ἀγαθὸν εἰσελθεῖν εἰς οἶκον πένθους μᾶλλον ἢ εἰς οἶκον πότου· εἰ μέλλοι τις, ἐπιστημόνως καὶ πράως τῷ λόγῳ χρώμενος, μεταδιδόναι τῆς οἰκείας ὑγιείας τῷ κάμνοντι, ἀλλ᾽ οὐχὶ τῆς ἀλλοτρίας λύπης, ὡς ὀφθαλμίας, μεταλαμβάνειν.
Μετάφραση
Αλλά είναι βέβαια πρέπον να θλίβεται κανείς από όσα συμβαίνουν, και ήσυχα να σκυθρωπάζει μπροστά στα λυπηρά, με περίσκεψη στο πρόσωπο και σεμνότητα που να αποπνέει βαρύτητα, φανερώνοντας έτσι το πάθος της ψυχής. Όταν όμως μιλάει, δεν πρέπει να ορμάει αμέσως στις επιπλήξεις, σαν να αναπηδά και να καταπατά εκείνους που κείτονται καταγής (διότι οι επιπλήξεις είναι φορτικές σε αυτούς που η ψυχή τους έχει κακωθεί από τη λύπη· και συνάμα γίνονται δύσκολα αποδεκτές από όσους υποφέρουν, ενώ τα λόγια εκείνων που παραμένουν εντελώς απαθείς είναι απίθανο να προσφέρουν παρηγοριά). Αντίθετα, αφού τους αφήσει πρώτα να ξεφωνίσουν μάταια και ανώφελα και να θρηνήσουν, όταν πλέον το κακό έχει κάπως υποχωρήσει και χαλαρώσει, τότε επιδέξια και με πραότητα ας καταπιαστεί με την παρηγοριά. Επειδή και οι πωλοδαμαστές, τα ατίθασα πουλάρια δεν τα σφίγγουν αμέσως με τα χαλινάρια, ούτε τα τραβούν απότομα (διότι έτσι τα μαθαίνουν να ανασηκώνονται και να αποτινάσσουν τους αναβάτες τους)· αλλά, υποχωρώντας τους αρχικά και ακολουθώντας την ορμή τους, όταν δουν ότι έχουν εξαντλήσει τον θυμό τους εξαιτίας της δικής τους ορμητικότητας και βιαιότητας, τότε πια, αφού τα παραλάβουν δαμασμένα, τα καθιστούν πιο πειθήνια μέσω της τέχνης τους. Με αυτόν τον τρόπο θα εφαρμοστεί ο λόγος του Σολομώντα: «Είναι προτιμότερο να εισέρχεται κανείς σε οίκο πένθους παρά σε οίκο συμποσίου»· εάν, βεβαίως, πρόκειται κανείς, χρησιμοποιώντας τον λόγο με σύνεση και πραότητα, να μεταδώσει τη δική του υγεία σε εκείνον που πάσχει, και όχι να μεταλάβει την ξένη λύπη, σαν να επρόκειτο για οφθαλμία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες