Ἐκλήθη οὖν Ἐκκλησιαστὴς, ὅτι αὐτὸς ἐξεκλησίαζε τοὺς λαοὺς, καὶ ἐλάλει τὰ τοῦ πνεύματος. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ βιβλίῳ περὶ τῆς φυσικῆς θεωρίας φιλοσοφῶν φαίνεται. Ἐπειδὴ γὰρ Αἰγύπτιοι μὲν ἐφαντάζοντο, Ἕλληνες δὲ ἔμελλον περὶ τούτων μυθολογεῖν· διὰ τοῦτο οὗτος, Πνεύματι ἁγίῳ κινούμενος, παύει μὲν τοὺς ἐπιχειροῦντας περὶ τούτων ζητεῖν, φάσκων· «Οὐ δυνήσεται ἄνθρωπος τοῦ εὑρεῖν τὸ ποίημα τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον· ὅσα ἂν μοχθήσῃ ἄνθρωπος τοῦ ζητῆσαι, καὶ οὐχ εὑρήσει·» διαβάλλει δὲ καὶ τὴν Αἰγυπτίων περὶ γενεθλιαλογίας νόησιν, λέγων· «Τηρῶν ἄνεμον οὐ σπερεῖ, καὶ βλέπων ἐν ταῖς νεφέλαις οὐ θερίσει, ἐν οἷς οὐκ ἔστι γινώσκων, τί ἡ ὁδὸς τοῦ πνεύματος. Ὡς ὀστᾶ ἐν γαστρὶ κυοφορούσης, οὕτως οὐ γνώσῃ τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ, ὅσα ποιήσει τὰ σύμπαντα.» Εἶτα καὶ περὶ τὴν θεωρίαν ἑκάστου γιγνόμενος συνεῖδεν, ὅτι μάτην ἐστὶ περὶ τοιούτων ζητεῖν, καὶ μόνον τὰ τοιαῦτα μόχθον γεννᾷ. Οὐ γὰρ ἀπὸ τοῦ γινώσκειν τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ πρακτικοῦ βίου ὁ σοφὸς καὶ δίκαιος συνίσταται. Λέγει γάρ· «Καί γε ὅσα ἐὰν εἴπῃ σοφὸς τοῦ γνῶναι, οὐ δυνήσεται τοῦ εὑρεῖν. Ὅτι σύμπαν τοῦτο ἔδωκα εἰς καρδίαν μου, καὶ ψυχή μου σύμπαν εἶδε τοῦτο, ὡς οἱ δίκαιοι καὶ οἱ σοφοὶ καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν ἐν χειρὶ Θεοῦ.»
Μετάφραση
Ονομάστηκε, λοιπόν, Εκκλησιαστής, διότι ο ίδιος συγκέντρωνε τους λαούς και τους κήρυττε τα του πνεύματος. Σε αυτό το βιβλίο φαίνεται να φιλοσοφεί περί της φυσικής θεωρίας. Επειδή, δηλαδή, οι μεν Αιγύπτιοι έπλαθαν φαντασιώσεις, οι δε Έλληνες επρόκειτο να μυθολογήσουν γύρω από αυτά· για τον λόγο αυτόν, εκείνος, κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, σταματά αυτούς που επιχειρούν να ερευνούν αυτά τα ζητήματα, λέγοντας: «Δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να ανακαλύψει το έργο που έχει δημιουργηθεί κάτω από τον ήλιο· όσο και αν μοχθήσει ο άνθρωπος για να το ερευνήσει, δεν θα το βρει». Ελέγχει δε και την αντίληψη των Αιγυπτίων περί της γενεθλιαλογίας, λέγοντας: «Εκείνος που παρατηρεί τον άνεμο δεν πρόκειται να σπείρει, και εκείνος που κοιτάζει τα σύννεφα δεν πρόκειται να θερίσει, διότι κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι η οδός του πνεύματος. Όπως τα οστά στην κοιλιά της εγκύου, έτσι δεν θα γνωρίσεις τα έργα του Θεού, ο οποίος τα δημιουργεί όλα». Έπειτα, εξετάζοντας τη θεωρία του καθενός, κατανόησε ότι είναι μάταιο να ερευνά κανείς τέτοια ζητήματα, και ότι αυτά προξενούν μόνο μόχθο. Διότι ο σοφός και δίκαιος άνθρωπος δεν διαμορφώνεται από τη γνώση τέτοιων πραγμάτων, αλλά από τον πρακτικό βίο. Λέει χαρακτηριστικά: «Και όσα και αν πει ο σοφός ότι γνωρίζει, δεν θα μπορέσει να τα ανακαλύψει. Διότι όλο αυτό το έβαλα στην καρδιά μου, και η ψυχή μου το είδε όλο, ότι οι δίκαιοι και οι σοφοί, καθώς και τα έργα τους, βρίσκονται στο χέρι του Θεού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες