Ὁ γὰρ φυλάσσων, φησίν, ἐντολὴν οὐ γνώσεται ῥῆμα πονηρόν, τοῦτ’ ἔστιν, εἰς φαύλους λογισμοὺς ἢ λόγους οὐκ ἐκτραπήσεται. {ϟζʹ.} Ὅτε μετὰ ζεστῆς τινος ἀλγηδόνος ἡ καρδία εἰσδέχεται τὰ τόξα τῶν δαιμόνων ὡς αὐτὰ οἴεσθαι φέρειν τὰ βέλη τὸν πολεμούμενον, μισεῖ μετὰ πόνου ἡ ψυχὴ τὰ πάθη ὡς ἐν ἀρχῇ οὖσα τοῦ καθαίρεσθαι· ἐὰν γὰρ μὴ ἀλγήσῃ μεγάλως ἐπὶ τῇ ἀναιδείᾳ τῆς ἁμαρτίας, οὐκ ἂν δυνηθείη πλουσίως χαρῆναι ἐπὶ τῇ τῆς δικαιοσύνης χρηστότητι. Ὁ τοίνυν θέλων τὴν ἑαυτοῦ καθαρίσαι καρδίαν τῇ μνήμῃ τοῦ κυρίου διὰ παντὸς διαπυρούτω αὐτὴν, τοῦτο μόνον μελέτην καὶ ἔργον ἄπαυστον ἔχων. Οὐ γὰρ ποτὲ μὲν εὔχεσθαι δεῖ ποτὲ δὲ μὴ τοὺς τὴν ἑαυτῶν σαπρίαν ἀποβαλεῖν ἐθέλοντας, ἀλλὰ ἀεὶ τῇ προσευχῇ σχολάζειν ἐν τῇ τηρήσει τοῦ νοῦ, κἂν ἔξω που αὐλίζοιτο τῶν εὐκτηρίων δόμων. Ὃν γὰρ τρόπον ὁ θέλων καθαρίσαι χρυσίον, ἐὰν κἂν πρὸς βραχὺ τὸ πῦρ ἐάσῃ σχολάσαι τοῦ χωνευτηρίου, σκληρίαν πάλιν τῇ καθαιρομένῃ ὕλῃ ἐμποιεῖ, οὕτως καὶ ὁ ποτὲ μὲν μεμνημένος τοῦ θεοῦ ποτὲ δὲ μή, ὅπερ δοκεῖ κτᾶσθαι διὰ τῆς εὐχῆς, τοῦτο ἀπόλλυσι διὰ τῆς σχολῆς. Ἀνδρὸς δέ ἐστι φιλαρέτου ἴδιον τὸ ἀεὶ τῇ μνήμῃ τοῦ θεοῦ τὸ τῆς καρδίας καταναλίσκειν γεῶδες, ἵν’ οὕτω κατ’ ὀλίγον τοῦ κακοῦ ὑπὸ τοῦ πυρὸς τῆς τοῦ ἀγαθοῦ μνήμης δαπανωμένου τελείως εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῆς ἡ ψυχὴ μετὰ πλείονος δόξης ἐπανέλθοι λαμπρότητα. {ϟηʹ.}
Μετάφραση
Διότι, «εκείνος που τηρεί την εντολή», λέει, «δεν θα γνωρίσει κακό λόγο», δηλαδή δεν θα εκτραπεί σε φαύλους λογισμούς ή λόγους. 97. Όταν η καρδιά δέχεται τα βέλη των δαιμόνων με κάποιον φλογερό πόνο, ώστε αυτός που πολεμείται να νομίζει ότι φέρει πάνω του τα ίδια τα βέλη, τότε η ψυχή μισεί με πόνο τα πάθη, επειδή βρίσκεται στην αρχή της κάθαρσής της. Διότι, εάν δεν πονέσει βαθιά για την αναίδεια της αμαρτίας, δεν θα μπορέσει να χαρεί πλούσια για την αγαθότητα της δικαιοσύνης. Επομένως, εκείνος που θέλει να καθαρίσει την καρδιά του, ας την πυρπολεί διαρκώς με τη μνήμη του Κυρίου, έχοντας μόνο αυτό ως αδιάκοπη μελέτη και έργο. Διότι, όσοι θέλουν να αποβάλουν τη σαπρότητά τους, δεν πρέπει άλλοτε να προσεύχονται και άλλοτε όχι, αλλά να αφιερώνονται πάντοτε στην προσευχή με την τήρηση του νου, ακόμη και αν διαμένουν κάπου έξω από τους οίκους προσευχής. Όπως δηλαδή εκείνος που θέλει να καθαρίσει τον χρυσό, εάν αφήσει έστω και για λίγο το χωνευτήρι χωρίς φωτιά, προκαλεί πάλι σκληρότητα στο υλικό που καθαρίζεται, έτσι και εκείνος που άλλοτε θυμάται τον Θεό και άλλοτε όχι, αυτό που φαίνεται να αποκτά μέσω της προσευχής, το χάνει μέσω της αμέλειας. Είναι χαρακτηριστικό του φιλάρετου ανθρώπου να κατακαίει πάντοτε το γεώδες φρόνημα της καρδιάς με τη μνήμη του Θεού, ώστε, αφού το κακό καταναλωθεί σταδιακά και πλήρως από τη φωτιά της μνήμης του αγαθού, η ψυχή να επανέλθει με μεγαλύτερη δόξα στη φυσική της λαμπρότητα. 98.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες