Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς λέγεται «ὑψῶσθαι» καὶ ὅτι ὁ θεὸς αὐτῷ «ἐχαρίσατο» καὶ νομίζουσιν οἱ αἱρετικοὶ ἐλάττωμα εἶναι ἢ πάθος τῆς τοῦ λόγου οὐσίας, ἀναγκαῖον εἰπεῖν πῶς καὶ ταῦτα λέγεται. ὑψῶσθαι γὰρ λέγεται αὐτὸς ἀπὸ τῶν «κατωτέρων μερῶν τῆς γῆς» ἐπεὶ καὶ αὐτοῦ λέγεται ὁ θάνατος εἶναι. αὐτοῦ δὲ λέγεται ἀμφότερα, ἐπειδὴ αὐτοῦ ἦν καὶ οὐχ ἑτέρου σῶμα τὸ ὑψωθὲν ἀπό τε τῶν νεκρῶν καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀναληφθέν. αὐτοῦ δὲ πάλιν ὄντος τοῦ σώματος καὶ οὐκ ὄντος ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ λόγου, εἰκότως ὑψουμένου τοῦ σώματος αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος διὰ τὸ σῶμα ὑψοῦσθαι λέγεται. εἰ μὲν οὖν οὐ γέγονεν ἄνθρωπος, μὴ λεγέσθω περὶ αὐτοῦ ταῦτα· εἰ δὲ «ὁ λόγος γέγονε σάρξ», ἀνάγκη ὡς περὶ ἀνθρώπου λέγεσθαι αὐτοῦ τήν τε ἀνάστασιν καὶ τὴν ὕψωσιν, ἵν’ ὡς ὁ μὲν θάνατος λεγόμενος αὐτοῦ λύτρον ᾖ τῆς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίας καὶ κατάργησις τοῦ θανάτου, ἡ δὲ ἀνάστασις καὶ ἡ ὕψωσις βεβαία δι’ αὐτὸν εἰς ἡμᾶς διαμείνῃ. ἐπ’ ἀμφοτέρων δὲ εἴρηκεν· «ὁ θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε» καὶ «ὁ θεὸς αὐτῷ ἐχαρίσατο», ἵνα καὶ ἐκ τούτου δείξῃ πάλιν, ὅτι μὴ ὁ πατήρ ἐστιν ὁ γενόμενος σάρξ, ἀλλ’ ὁ τούτου λόγος ἐστὶν ὁ γενόμενος ἄνθρωπος, ὁ ‹λαμβάνων› ἀνθρωπίνως παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ «ὑψούμενος» παρ’ αὐτοῦ, ὥσπερ εἴρηται. δῆλον δὲ καὶ οὐκ ἂν ἀμφιβάλοι τις, ὅτι ἃ δίδωσιν ὁ πατὴρ διὰ τοῦ υἱοῦ δίδωσι.
Μετάφραση
Επειδή όμως λέγεται γι' αυτόν ότι «υψώθηκε» και ότι ο Θεός «του χάρισε», και οι αιρετικοί νομίζουν ότι αυτά αποτελούν ελάττωμα ή πάθος της ουσίας του Λόγου, είναι αναγκαίο να εξηγήσουμε πώς λέγονται και αυτά. Διότι λέγεται ότι ο ίδιος υψώθηκε από τα «κατώτερα μέρη της γης», επειδή και ο θάνατος λέγεται ότι είναι δικός του. Και τα δύο λέγονται γι' αυτόν, επειδή δικό του και όχι κάποιου άλλου ήταν το σώμα που υψώθηκε από τους νεκρούς και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και εφόσον πάλι το σώμα είναι δικό του και ο Λόγος δεν βρίσκεται εκτός αυτού, είναι φυσικό, όταν υψώνεται το σώμα, να λέγεται ότι και ο ίδιος υψώνεται ως άνθρωπος εξαιτίας του σώματος. Αν, λοιπόν, δεν έγινε άνθρωπος, ας μη λέγονται αυτά γι' αυτόν· αν όμως «ο Λόγος έγινε σάρκα», είναι ανάγκη να λέγονται γι' αυτόν η ανάσταση και η ύψωση όπως για έναν άνθρωπο, ώστε αφενός ο θάνατος, ο οποίος λέγεται δικός του, να αποτελέσει λύτρο για την αμαρτία των ανθρώπων και κατάργηση του θανάτου, και αφετέρου η ανάσταση και η ύψωση να παραμείνουν βέβαιες για εμάς μέσω αυτού. Και για τα δύο έχει λεχθεί: «ο Θεός τον υπερύψωσε» και «ο Θεός του χάρισε», ώστε και από αυτό να δείξει πάλι ότι δεν είναι ο Πατέρας αυτός που έγινε σάρκα, αλλά ο Λόγος του είναι εκείνος που έγινε άνθρωπος, ο οποίος «λαμβάνει» ανθρωπίνως από τον Πατέρα και «υψώνεται» από αυτόν, όπως έχει ειπωθεί. Είναι δε φανερό και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει, ότι όσα δίνει ο Πατέρας, τα δίνει μέσω του Υιού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες