βʹ. Οὐκοῦν, ἤδη λέγωμεν, ὅτι λιμοῦ κατωθοῦντος ποτὲ καὶ ἀφορήτως ἐνσκήπτοντος καὶ ἐγκειμένου τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, κατῴχοντο μὲν ἐκ γῆς Χαναὰν εἰς Αἴγυπτον ἐν ἑβδομήκοντά που καὶ πέντε ψυχαῖς, καθὰ γέγραπται. Διέρποντος δὲ τοῦ καιροῦ λοιπὸν, εἰς πληθὺν τὴν ἀριθμοῦ κρείττονα τὸ γένος αὐτοῖς ἐξετείνετο. Γέγραπται γάρ· «Οἱ δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ ηὐξήθησαν, καὶ ἐπληθύνθησαν, καὶ χυδαῖοι ἐγένοντο, καὶ κατίσχυον σφόδρα· ἐπλήθυνε δὲ ἡ γῆ αὐτοὺς σφόδρα.» Ἐπειδὴ δὲ τῆς Αἰγυπτίων χώρας ὁ καθηγεῖσθαι λαχὼν, τὴν εἰς πληθὺν ἐπίδοσιν τῶν Ἑβραίων οὐκ ἀνύποπτον εἶχεν, ἐπεβούλευσε, καὶ ἐπέστησεν αὐτοῖς ἐπιστάτας τῶν ἔργων, ἵνα κακώσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ἔργοις. Ὁ δὲ δὴ τοῦ κακοῦσθαι τρόπος ἦν ὁ ἐπὶ σκαπάναις ἱδρὼς, πλινθουργία μακρὰ καὶ ἄμισθος, καὶ μὴν καὶ τὸ ἀναδείμασθαι πόλεις ὀχυρὰς τῷ Φαραὼ, τουτέστι, πεπυργωμένας, ἢ οὕτως εὐρείας καὶ μακρὰς, ὡς κομιδῇ [ἀναλώτους] ταῖς ἄλλαις εἶναι δοκεῖν, διὰ πληθὺν δηλονότι τῶν ἐνῳκηκότων. Πειθὼ δὲ ἦσαν καὶ Ῥαμεσσῆ, καὶ ἄλλαι πόλεις. Περιειστήκει δὲ τῷ τυράννῳ πρὸς τὸ παρ᾽ ἐλπίδας ἡ σκέψις. Ἐν γάρ τοι τῷ ταπεινοῦσθαι, φησὶ, τοὺς κολαζομένους ἐν ὑπεροχαῖς τὸ δεῖγμα ἐν μείζοσιν ἦν, καὶ πλείους ἐγένοντο. διὰ τοῦ κακοῦν εἰωθότος ὠφελεῖν ἐθέλοντος τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀνοσίως ἐξυβριζομένους. Ὃ δὴ καὶ συνιεὶς ὁ τύραννος, προσετίθει τοῖς πόνοις ἑτέραν ἐπιβουλήν.
Μετάφραση
β΄. Λοιπόν, ας πούμε τώρα ότι, όταν κάποτε λιμός ενέσκηψε αβάσταχτα και καταπίεζε τους υιούς του Ισραήλ, μετοίκησαν από τη γη Χαναάν στην Αίγυπτο, όντας περίπου εβδομήντα πέντε ψυχές, καθώς είναι γεγραμμένο. Με την πάροδο του χρόνου, λοιπόν, το γένος τους αυξήθηκε σε πλήθος που ξεπερνούσε κάθε αριθμό. Διότι είναι γεγραμμένο: «Οι δε υιοί του Ισραήλ αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν, και έγιναν πολυπληθείς και ενισχύονταν σφόδρα· και η γη τους πολλαπλασίαζε υπερβολικά». Επειδή όμως εκείνος που έτυχε να κυβερνά τη χώρα των Αιγυπτίων δεν έβλεπε χωρίς καχυποψία την πληθυσμιακή αύξηση των Εβραίων, τους επιβουλεύτηκε και έβαλε πάνω τους επιστάτες των έργων, για να τους καταπονήσουν στα έργα. Ο δε τρόπος της καταπόνησης ήταν ο ιδρώτας στις σκαπάνες, η ατέλειωτη και άμισθη κατασκευή πλίνθων, καθώς και η οικοδόμηση οχυρών πόλεων για τον Φαραώ, δηλαδή πόλεων εξοπλισμένων με πύργους, ή τόσο ευρύχωρων και μεγάλων, ώστε να φαίνονται εντελώς απόρθητες σε σχέση με τις άλλες, προφανώς λόγω του πλήθους των κατοίκων τους. Τέτοιες ήταν η Πειθώ και η Ραμεσσή, και άλλες πόλεις. Στον τύραννο, όμως, το σχέδιο κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο των προσδοκιών του. Διότι, όπως λέγεται, όσο ταπεινώνονταν οι τιμωρούμενοι, τόσο πιο φανερή γινόταν η απόδειξη της υπεροχής τους, και γίνονταν περισσότεροι· επειδή ο Θεός ήθελε να ευεργετήσει τους ανόσια υβριζόμενους μέσα από αυτό που συνήθως προκαλεί κακό. Αντιλαμβανόμενος αυτό ο τύραννος, πρόσθεσε στους κόπους και άλλη επιβουλή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες