Τοῦτο τὸ ποίμνιον ἦν, ὅτε μικρόν τε καὶ ἀτελὲς ἦν, ὅσον ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις, καὶ οὐδὲ ποίμνιον, ἀλλὰ ποίμνης τι μικρὸν ἴχνος, ἢ λείψανον, ἀσύντακτον, καὶ ἀνεπίσκοπον, καὶ ἀόριστον, μήτε νομὴν ἐλευθέραν ἔχον, μήτε μάνδρᾳ περιεχόμενον, πλανώμενον ἐν ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, ἄλλο ἀλλαχοῦ διεσπαρμένον τε καὶ διεῤῥιμμένον, ὡς ἕκαστον ἔτυχε σκεπόμενον, ἢ νεμόμενον, καὶ διακλέπτον ἀγαπητικῶς τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν· οἷον ἐκεῖνο τὸ ποίμνιον, ὃ λέοντες ἐξῶσαν, ἢ ζάλη διέλυσεν, ἢ σκοτόμαινα διεσκέδασεν· ὂ θρηνοῦσι μὲν προφῆται, τοῖς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπεικάζοντες πάθεσι, παραδεδομένου τοῖς ἔθνεσιν· ἐθρηνήσαμεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ἐφ᾽ ὅσον θρήνων ἐπράττομεν ἄξια. Τῷ ὄντι γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐξώσθημεν καὶ ἀπεῤῥίφημεν, καὶ ἐπὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸν διεσπάρημεν, ὡς ἐν ἐρημίᾳ ποιμένος· καὶ πονηρός τις χειμὼν κατέσχε τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ δεινοὶ θῆρες ἐπιπεπτώκασιν, οἱ μηδὲ νῦν μετὰ τὴν αἰθρίαν ἡμῶν φειδόμενοι· ἀλλ᾽ ἀναισχυντοῦντες εἶναι, καὶ τοῦ καιροῦ δυνατώτεροι· καὶ σκυθρωπή τις σκοτόμαινα ἐπέλαβε πάντα καὶ συνεκάλυψε, πολὺ τῆς ἐνάτης τῶν Αἰγυπτίων πληγῆς βαρυτέρα, τοῦ ψηλαφητοῦ λέγω σκότους, ὑφ᾽ οὗ μικροῦ δεῖν μηδὲ ἀλλήλους ἰδεῖν ἐδυνήθημεν.
Μετάφραση
Αυτό ήταν το ποίμνιο, όταν ακόμη ήταν μικρό και ατελές, ως προς τα φαινόμενα, και δεν ήταν καν ποίμνιο, αλλά ένα μικρό ίχνος ή υπόλειμμα ποίμνης, ασύντακτο, χωρίς επίσκοπο και ακαθόριστο, που ούτε ελεύθερη βοσκή είχε ούτε σε μάνδρα περιβαλλόταν, αλλά περιπλανιόταν στα όρη, στα σπήλαια και στις οπές της γης, αλλού το ένα και αλλού το άλλο διασκορπισμένο και παραπεταμένο, βρίσκοντας σκέπη ή τροφή όπου τύχαινε το καθένα, και διασώζοντας κρυφά και με πόθο τη δική του σωτηρία· σαν εκείνο το ποίμνιο που το εκδίωξαν τα λιοντάρια, ή το διέλυσε η θύελλα, ή το σκόρπισε η σκοτεινιά· το οποίο θρηνούν οι προφήτες, παρομοιάζοντάς το με τα πάθη του Ισραήλ, όταν αυτός παραδόθηκε στα έθνη· και το θρηνήσαμε και εμείς, καθόσον η κατάστασή μας ήταν άξια θρήνων. Διότι, πράγματι, και εμείς εκδιωχθήκαμε και απορριφθήκαμε, και διασκορπιστήκαμε σε κάθε όρος και βουνό, εξαιτίας της έλλειψης ποιμένα· και κάποιος βαρύς χειμώνας κατέλαβε την Εκκλησία, και μας επιτέθηκαν άγρια θηρία, τα οποία ούτε και τώρα, παρά την αιθρία που μας περιβάλλει, δεν μας λυπούνται· αντίθετα, έχουν την αναίδεια να παραμένουν και να αποδεικνύονται ισχυρότερα από τις περιστάσεις· και μια σκυθρωπή σκοτεινιά τα κατέλαβε όλα και τα συγκάλυψε, πολύ πιο βαριά από την ένατη πληγή των Αιγυπτίων, εννοώ το ψηλαφητό σκοτάδι, εξαιτίας του οποίου παραλίγο να μην μπορούσαμε ούτε ο ένας τον άλλον να δούμε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες