Ἦσαν, οἶμαί που, γύναια δὴ πάντως, παῖδες ἄνηβοι, καὶ ἀσθενεῖς πρεσβύται, καὶ ἄλογος κτῆσις. ΚΥΡ. Εἶτα, ὦ βέλτιστε, πῶς οὐκ ἐκεῖνο εὐθὺς διανοῇ; ΠΑΛΛ. Τὸ ποῖον φής; ΚΥΡ. Τοὺς μὲν γὰρ σφριγῶντάς τε καὶ νέους, καὶ ἀκμαιοτέραν ἔχοντας τὴν ἕξιν εἰς εὐσέβειαν, ἡγεῖται φορτικούς· ἀπαλλακτιᾷ γὰρ, οἶμαι, καὶ οὐχ ἑκὼν, τῶν ἀνθεστηκότων, οἳ καί εἰσιν ἀντιπράττειν οἷοί τε, καὶ σφίσιν ἑαυτοῖς ἐπαμύνειν ἀδικουμένοις, κατά γε τὸ, «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾽ ὑμῶν.» Μεταποιεῖται δὲ λίαν τοῦ μὴ ἀνδρίζεσθαι πεφυκότος, καὶ ὡς γένος ἀδρανὲς καὶ ἀφιλοπόλεμον, ἀγαπᾷ τε νοσοῦν ἐν ἑαυτῷ φρόνημα τὸ θῆλυ καὶ μαλθακὸν, καὶ οἷον ἀφηβηκός τε καὶ ἄναλκι, καὶ μειρακιῶδες ἔτι, καὶ τὸ παχύ τε καὶ ἀλογώτερον, ὡς ἐν τύπῳ βουσί τε καὶ προβάτοις. ΠΑΛΛ. Εὖ ἔφης. ΚΥΡ. Ψευδομυθεῖ δὲ πάλιν ὁ σκληρόνους τε καὶ ἀκαμπὴς Φαραώ. Εἶτα ταῖς τῆς ἀκρίδος συμβολαῖς ὅλης, ὡς εἰπεῖν, δαπανωμένης αὐτῶν τῆς χώρας, μετάπεμπτον ποιεῖται Μωσέα, συνεισθέοντος Ἀαρὼν, καί φησι· «Πορευθέντες λατρεύσατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν, πλὴν τῶν προβάτων καὶ τῶν βοῶν ὑπολίπεσθε, καὶ ἡ ἀποσκευὴ ὑμῶν ἀποτρεχέτω μεθ᾽ ὑμῶν.» Καὶ εἶπε Μωσῆς· «Ἀλλὰ καὶ σὺ δώσεις ἡμῖν ὁλοκαυτώματα, καὶ θυσίας ἃ ποιήσομεν Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν· καὶ τὰ κτήνη ἡμῶν πορεύσεται μεθ᾽ ἡμῶν, καὶ οὐχ ὑποληψόμεθα ὁπλήν· ἀπ᾽ αὐτῶν γὰρ ληψόμεθα λατρεῦσαι Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν.» ΠΑΛΛ.
Μετάφραση
Ήταν, νομίζω, σίγουρα γυναίκες, ανήλικα παιδιά, αδύναμοι γέροντες και άλογα κτήνη. ΚΥΡ. Έπειτα, άριστέ μου, πώς δεν σκέφτεσαι αμέσως εκείνο; ΠΑΛΛ. Ποιο εννοείς; ΚΥΡ. Διότι αυτούς που είναι ακμαίοι και νέοι, και έχουν πιο ώριμη την έξη στην ευσέβεια, τους θεωρεί φορτικούς. Επειδή θέλει να απαλλαγεί, νομίζω, και μάλιστα παρά τη θέλησή του, από αυτούς που αντιστέκονται, οι οποίοι είναι ικανοί και να εναντιωθούν και να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους όταν αδικούνται, σύμφωνα με το ρητό: «Αντισταθείτε στον διάβολο, και θα φύγει μακριά σας». Ιδιοποιείται όμως πάρα πολύ αυτό που από τη φύση του δεν έχει ανδρεία, και ως γένος αδρανές και μη φιλοπόλεμο, και αγαπά το ασθενικό μέσα του φρόνημα, το θηλυπρεπές και μαλθακό, και το κάπως γερασμένο και άνανδρο, και το ακόμη νηπιώδες, καθώς και το παχύ και πιο άλογο, όπως συμβαίνει τυπικά με τα βόδια και τα πρόβατα. ΠΑΛΛ. Καλά τα είπες. ΚΥΡ. Ο σκληρόνους όμως και άκαμπτος Φαραώ πάλι ψεύδεται. Έπειτα, ενώ σχεδόν όλη η χώρα τους καταστρεφόταν από τις επιδρομές της ακρίδας, καλεί τον Μωυσή, μαζί με τον Ααρών που προσέτρεξε, και λέει: «Πηγαίνετε να λατρεύσετε τον Κύριο τον Θεό σας, μόνο τα πρόβατα και τα βόδια σας αφήστε πίσω, και η αποσκευή σας ας αναχωρήσει μαζί σας». Και ο Μωυσής είπε: «Αλλά και εσύ θα μας δώσεις ολοκαυτώματα και θυσίες, τις οποίες θα προσφέρουμε στον Κύριο τον Θεό μας. Και τα κτήνη μας θα πορευτούν μαζί μας, και δεν θα αφήσουμε πίσω ούτε μία οπλή. Διότι από αυτά θα πάρουμε για να λατρεύσουμε τον Κύριο τον Θεό μας». ΠΑΛΛ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες