Μετὰ ταῦτα λοιμικῆς τὸν πόλεμον διαλαβούσης νόσου τῆς τε ἑορτῆς πλησιαζούσης, αὖθις διὰ γραφῆς τοῖς ἀδελφοῖς ὁμιλεῖ, τὰ τῆς συμφορᾶς ἐπισημαινόμενος πάθη διὰ τούτων· »τοῖς μὲν ἄλλοις ἀνθρώποις οὐκ ἂν δόξειεν καιρὸς ἑορτῆς εἶναι τὰ παρόντα, οὐδὲ ἔστιν αὐτοῖς οὔτε οὗτος οὔτε τις ἕτερος, οὐχ ὅπως τῶν ἐπιλύπων, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ εἴ τις περιχαρής, ὃν οἰηθεῖεν μάλιστα. νῦν μέν γε θρῆνοι πάντα, καὶ πενθοῦσιν πάντες, καὶ περιηχοῦσιν οἰμωγαὶ τὴν πόλιν διὰ τὸ πλῆθος τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ἀποθνῃσκόντων ὁσημέραι· ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν πρωτοτόκων τῶν Αἰγυπτίων γέγραπται, οὕτως καὶ νῦν 〈ἐγενήθη κραυγὴ μεγάλη· οὐ γὰρ ἔστιν οἰκία, ἐν ᾗ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ τεθνηκώς〉, καὶ ὄφελόν γε εἷς.
Μετάφραση
Έπειτα από αυτά, καθώς μια λοιμική νόσος διαδέχθηκε τον πόλεμο και η εορτή πλησίαζε, απευθύνεται και πάλι στους αδελφούς μέσω επιστολής, επισημαίνοντας τα δεινά της συμφοράς με τα εξής λόγια: «Στους άλλους ανθρώπους οι παρούσες περιστάσεις δεν θα φαίνονταν να είναι καιρός εορτής, ούτε βέβαια είναι γι' αυτούς τέτοιος καιρός ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος, όχι μόνο από τους θλιβερούς, αλλά ούτε κι αν υπάρχει κάποιος εξαιρετικά χαρμόσυνος, τον οποίο θα θεωρούσαν κατεξοχήν κατάλληλο. Τώρα, βεβαίως, τα πάντα είναι θρήνοι, όλοι πενθούν, και οιμωγές αντηχούν σε ολόκληρη την πόλη εξαιτίας του πλήθους των νεκρών και εκείνων που πεθαίνουν καθημερινά· διότι, όπως έχει γραφτεί για τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, έτσι και τώρα 〈ακούστηκε μεγάλη κραυγή· διότι δεν υπάρχει οικία στην οποία να μην υπάρχει νεκρός〉, και μακάρι να ήταν μόνο ένας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες