Ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου. Ὀστᾶ αὐτοῦ φησι τοὺς ἁγίους μυσταγωγούς· εἰ γὰρ σῶμα αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία, εἰκότως καὶ οἱ συνέχοντες αὐτὴν νοηθεῖεν ἂν ὀστᾶ. Ἠκούσαμεν δὲ τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὡς, συλληφθέντος αὐτοῦ παρὰ τῆς σπείρας τῶν στρατιωτῶν, διεσκορπίσθησαν οἱ μαθηταί. Καὶ ἄλλως· Τὰ ὀστᾶ τῆς σοφίας, τὰ ἅγια δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἐστὶν, ἅπερ ἐν τῷ Πάσχα μὴ συντρίβειν τοῖς Ἰουδαίοις νενομοθέτηται· Ὀστοῦν γὰρ αὐτοῦ, φησὶν, οὐ συντριβήσετε. Ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος. Ἴδιον λύπης τὸ εἰρημένον· γέγραπται γάρ· Ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν. Ἐλυπεῖτο δὲ ὑπέρ τε τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους καὶ τοῦ προδότου, ὅτι δὴ ἀπωλείᾳ παρελαμβάνοντο διὰ τὴν εἰς αὐτὸν ἀσέβειαν. [Καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου. Ἐσκέδασται, φησὶ, καὶ διεσκορπίσθη τὰ τέως ἐν ὀστῶν τάξει τὴν περὶ τὸν διδάσκαλον συμπληροῦντα σύνταξιν· ἀφέντες γὰρ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἔφυγον, τὸ κατὰ πεδίον ἀφιέμενον ὕδωρ μιμησάμενοι.] Ἐξηράνθη ὡς ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσα κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου. Σημαίνει διὰ τούτων τὴν ἐπὶ τῷ τιμίῳ σταυρῷ συμβᾶσαν αὐτῷ δίψαν, ὅτε καὶ αἰτήσαντι πιεῖν, ὄξος προσήνεγκαν αὐτῷ μετὰ χολῆς. [Διὸ λέγει· Καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου.] Καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με. Χάριτι γὰρ Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς ἐγεύσατο θανάτου.
Μετάφραση
Χύθηκα σαν νερό, και διασκορπίστηκαν όλα τα οστά μου. Οστά του ονομάζει τους αγίους μυσταγωγούς· διότι, εάν σώμα του είναι η Εκκλησία, ευλόγως και εκείνοι που τη συγκρατούν θα μπορούσαν να νοηθούν ως οστά. Ακούσαμε δε από τον ευαγγελιστή ότι, όταν συνελήφθη από τη σπείρα των στρατιωτών, διασκορπίστηκαν οι μαθητές. Και με άλλη ερμηνεία: Τα οστά της σοφίας είναι τα άγια δόγματα της Εκκλησίας, τα οποία έχει νομοθετηθεί να μην τα συντρίβουν οι Ιουδαίοι κατά το Πάσχα· διότι, λέγει, δεν θα συντρίψετε κανένα οστό του. Η καρδιά μου έγινε σαν κερί που λιώνει. Το λεχθέν αποτελεί γνώρισμα λύπης· διότι έχει γραφτεί: Άρχισε να λυπείται και να αδημονεί. Λυπόταν δε και για το έθνος των Ιουδαίων και για τον προδότη, επειδή οδηγούνταν στην απώλεια εξαιτίας της ασέβειάς τους προς αυτόν. [Και διασκορπίστηκαν όλα τα οστά μου. Σκόρπισαν, λέγει, και διασκορπίστηκαν εκείνοι που έως τότε, επέχοντας θέση οστών, συμπλήρωναν την παράταξη γύρω από τον διδάσκαλο· διότι οι μαθητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν, μιμούμενοι το νερό που αφήνεται να χυθεί στην πεδιάδα.] Ξεράθηκε σαν όστρακο η δύναμή μου, και η γλώσσα μου έχει κολλήσει στον λάρυγγά μου. Με αυτά υποδηλώνει τη δίψα που του συνέβη επάνω στον τίμιο σταυρό, όταν, ενώ ζήτησε να πιει, του πρόσφεραν όξος με χολή. [Γι' αυτό λέγει: Και η γλώσσα μου έχει κολλήσει στον λάρυγγά μου.] Και στο χώμα του θανάτου με κατέβασες. Διότι, με τη χάρη του Θεού, γεύτηκε τον θάνατο για χάρη όλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες