Ἔζευξε γὰρ,» φησὶ, «τὰ ἅρματα αὐτοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν συναπενέγκαι μεθ᾽ ἑαυτοῦ, καὶ λαβὼν ἑξακόσια ἅρματα ἐκλεκτὰ, καὶ πᾶσαν τὴν ἵππον τῶν Αἰγυπτίων, καὶ τριστάτας ἐπὶ πάντων.» Καὶ μεθ᾽ ἕτερα πάλιν· «Ἀναβλέψαντες δὲ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοῖς ὀφθαλμοῖς ὁρῶσιν, καὶ ἰδοὺ οἱ Αἰγύπτιοι ἐστρατοπέδευσαν ὀπίσω αὐτῶν, καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. Ἀνεβόησαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πρὸς Κύριον, καὶ κατεφέροντο τοῦ Μωσέως ἀναφανδὸν λέγοντες· Παρὰ τὸ μὴ ὑπάρχειν μνήματα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἐξήγαγες ἡμᾶς θανατῶσαι ἐν τῇ ἐρήμῳ; τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν ἐξαγαγὼν ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου; Οὐ τοῦτο ἦν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλαλήσαμεν πρὸς σὲ ἐν Αἰγύπτῳ, λέγοντες· Πάρες ἡμᾶς ὅκως δουλεύσωμεν Αἰγυπτίοις; Κρεῖσσον γὰρ ἡμᾶς δουλεύειν Αἰγυπτίοις, ἢ ἀποθανεῖν ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ.» Πρὸς τὰ τοιάδε Μωσῆς· «Θαρσεῖτε, φησὶ, στῆτε καὶ ὁρᾶτε τὴν σωτηρίαν τὴν παρὰ τοῦ Κυρίου ἣν ποιήσει ἡμῖν σήμερον. Ὃν τρόπον γὰρ ἑωράκατε Αἰγυπτίους σήμερον, οὐ προσθήσεσθε ἔτι ἰδεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον. Κύριος πολεμήσει ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς σιγήσετε. Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωσῆν· Τί βοᾷς πρός με; λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, καὶ ἀναζευξάτωσαν· καὶ σὺ ἔπαρον τὴν ῥάβδον σου, καὶ ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὴν θάλασσαν, καὶ ξήρανον αὐτήν. Καὶ εἰσελθέτωσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς μέσον τῆς θαλάσσης κατὰ τὸ ξηρόν.»
Μετάφραση
«Διότι έζεψε», λέγει, «τα άρματά του και πήρε μαζί του όλο τον λαό του, και αφού έλαβε εξακόσια εκλεκτά άρματα και όλο το ιππικό των Αιγυπτίων, και αξιωματικούς επικεφαλής όλων». Και λίγο πιο κάτω πάλι: «Αφού σήκωσαν τα μάτια τους οι υιοί του Ισραήλ είδαν, και ιδού, οι Αιγύπτιοι είχαν στρατοπεδεύσει πίσω τους, και φοβήθηκαν πάρα πολύ. Και αναβόησαν οι υιοί του Ισραήλ προς τον Κύριο, και κατέφερονταν φανερά εναντίον του Μωυσή λέγοντας: Επειδή δεν υπήρχαν μνήματα στη γη της Αιγύπτου, μας έβγαλες έξω για να μας θανατώσεις στην έρημο; Τι είναι αυτό που μας έκανες βγάζοντάς μας από την Αίγυπτο; Δεν ήταν αυτά τα λόγια που σου είπαμε στην Αίγυπτο, λέγοντας: Άφησέ μας για να δουλεύουμε τους Αιγυπτίους; Διότι είναι καλύτερο για εμάς να δουλεύουμε στους Αιγυπτίους παρά να πεθάνουμε σε αυτή την έρημο». Σε αυτά ο Μωυσής απάντησε: «Θαρρείτε, σταθείτε και δείτε τη σωτηρία από τον Κύριο, την οποία θα επιτελέσει για εμάς σήμερα. Διότι όπως είδατε τους Αιγυπτίους σήμερα, δεν πρόκειται να τους ξαναδείτε ποτέ εις τον αιώνα. Ο Κύριος θα πολεμήσει υπέρ ημών, και εσείς θα σιωπήσετε». Είπε δε ο Κύριος προς τον Μωυσή: «Τι βοάς προς εμένα; Μίλησε στους υιούς του Ισραήλ, και ας αναχωρήσουν. Και εσύ σήκωσε το ραβδί σου, και άπλωσε το χέρι σου πάνω στη θάλασσα, και ξέρανέ την. Και ας εισέλθουν οι υιοί του Ισραήλ στο μέσο της θάλασσας, πατώντας σε ξηρά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες