τὸν πάντα δ᾽ αὐτῶν ἀριθμὸν ἠρόμην ἐγώ [στρατοῦ]· μυριάδες 〈ἦσαν〉 ἑκατὸν εὐάνδρου λεώ[ς]. ἐπεὶ δ᾽ Ἑβραίων οὑμὸς ἤντησε στρατός, οἱ μὲν παρ᾽ ἀκτὴν πλησίον βεβλημένοι Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης ᾔεσαν ἠθροϊσμένοι· οἱ μὲν τέκνοισι νηπίοις δίδουν βορὰν ὁμοῦ τε καὶ δάμαρσιν, ἔμπονοι κόπῳ· κτήνη τε πολλὰ καὶ δόμων ἀποσκευή· αὐτοὶ δ᾽ ἄνοπλοι πάντες εἰς μάχην χέρας ἰδόντες ἡμᾶς ἠλάλαξαν ἔνδακρυν φωνὴν πρὸς αἰθέρα τ᾽ ἐτάθησαν ἀθρόοι. θεὸν πατρῷον. ἦν πολὺς δ᾽ ἀνδρῶν ὄχλος. ἡμᾶς δὲ χάρμα πάντας εἶχεν ἐν μέρει. ἔπειθ᾽ ὑπ᾽ αὐτοὺς θήκαμεν παρεμβολήν (Βεελζεφών τις κλῄζεται πόλις βροτοῖς). ἐπεὶ δὲ Τιτὰν ἥλιος δυσμαῖς προσῆν, ἐπέσχομεν, θέλοντες ὄρθριον μάχην, πεποιθότες λαοῖσι καὶ φρικτοῖς ὅπλοις. ἔπειτα θείων ἄρχεται τεραστίων θαυμάστ᾽ ἰδέσθαι. καί τις ἐξαίφνης μέγας στῦλος νεφώδης ἐστάθη πρὸ γῆς, μέγας, παρεμβολῆς ἡμῶν τε καὶ Ἑβραίων μέσος. κἄπειθ᾽ ὁ κείνων ἡγεμὼν Μωσῆς, λαβὼν ῥάβδον θεοῦ, τῇ δὴ πρὶν Αἰγύπτῳ κακὰ σημεῖα καὶ τεράατ᾽ ἐξεμήσατο, ἔτυψ᾽ Ἐρυθρᾶς νῶτα καὶ ἔσχισεν μέσον βάθος Θαλάσσης· οἱ δὲ σύμπαντες σθένει ὤρουσαν ὠκεῖς ἁλμυρᾶς δι᾽ ἀτραποῦ. ἡμεῖς δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῆς ᾠχόμεσθα συντόμως κατ᾽ ἴχνος αὐτῶν· νυκτὸς εἰσεκύρσαμεν βοηδρομοῦντες· ἁρμάτων δ᾽ ἄφνω τροχοὶ οὐκ ἐστρέφοντο, δέσμιοι δ᾽ ὣς ἥρμοσαν. ἀπ᾽ οὐρανοῦ δὲ φέγγος ὡς πυρὸς μέγα ὤφθη τι ἡμῖν· ὡς μὲν εἰκάζειν, παρῆν αὐτοῖς ἀρωγὸς ὁ θεός.
Μετάφραση
Ρώτησα, λοιπόν, τον συνολικό αριθμό του στρατού τους: ήταν εκατό μυριάδες γενναίων ανδρών. Όταν ο δικός μας στρατός συνάντησε τους Εβραίους, αυτοί είχαν στρατοπεδεύσει συγκεντρωμένοι κοντά στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας· άλλοι έδιναν τροφή στα νήπια τέκνα τους και ταυτόχρονα στις συζύγους τους, εξαντλημένοι από τον κόπο· υπήρχαν και πολλά κτήνη και οικιακές αποσκευές. Οι ίδιοι όμως, άοπλοι όλοι για μάχη, βλέποντάς μας άλαλαξαν, και με δακρυσμένη φωνή άπλωσαν τα χέρια τους όλοι μαζί προς τον ουρανό, προς τον πατρώο Θεό. Και ήταν πολύ μεγάλο το πλήθος των ανδρών. Εμάς, αντίθετα, μας κατείχε όλους χαρά. Έπειτα στήσαμε το στρατόπεδό μας κοντά τους (υπάρχει εκεί μια πόλη που ονομάζεται από τους ανθρώπους Βεελζεφών). Και όταν ο Τιτάνας ήλιος πλησίαζε στη δύση του, σταματήσαμε, θέλοντας μάχη την αυγή, έχοντας πεποίθηση στον στρατό και στα φοβερά μας όπλα. Έπειτα αρχίζουν θεϊκά σημεία, θαυμαστά στην όψη. Και ξαφνικά ένας μέγας νεφελώδης στύλος στάθηκε μπροστά στη γη, τεράστιος, ανάμεσα στο δικό μας στρατόπεδο και στων Εβραίων. Και έπειτα ο ηγέτης τους, ο Μωυσής, λαμβάνοντας τη ράβδο του Θεού, με την οποία προηγουμένως εξαπέλυσε κακά σημεία και τέρατα στην Αίγυπτο, χτύπησε τα νώτα της Ερυθράς Θάλασσας και έσχισε στη μέση το βάθος της θάλασσας· και εκείνοι όλοι με δύναμη όρμησαν ταχέως μέσα από την αλμυρή ατραπό. Εμείς ορμήσαμε συντόμως σε αυτήν ακολουθώντας τα ίχνη τους· μέσα στη νύχτα σπεύσαμε εναντίον τους· αλλά ξαφνικά οι τροχοί των αρμάτων δεν περιστρέφονταν, αλλά έμειναν σταθεροί σαν να ήταν δεμένοι. Και από τον ουρανό φάνηκε σε εμάς κάποιο μεγάλο φως σαν φωτιά· όπως μπορούσε κανείς να εικάσει, ο Θεός ήταν παρών ως βοηθός τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες