τοῦτο λέγομεν περὶ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ θεοῦ, ὃ παρὰ τῆς προφητείας ἠκούσαμεν, ὅτι θεὸς καὶ βασιλεὺς προαιώνιος καὶ βασιλεύει τὸν αἰῶνα καὶ ἐπ᾽ αἰῶνα καὶ ἔτι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνώτερον μὲν πάσης ἀρχῆς, περισσότερον δὲ παντὸς τέλους εἶναι διοριζόμεθα. ταύτην οὖν τὴν ἔννοιαν ὡς πρέπουσαν τῷ θεῷ τῶν ὅλων περὶ αὐτὸν ἔχοντες δύο προσηγορίαις τὸ νοηθὲν ἐξαγγέλλομεν, τῷ ἀγεννήτῳ καὶ τῷ ἀτελευτήτῳ τὸ ἄπειρον καὶ διηνεκὲς καὶ ἀΐδιον τῆς ζωῆς τοῦ θεοῦ παριστῶντες. εἰ γὰρ τὸ ἕτερον τούτων μόνον εἰς τὴν διάνοιαν ταύτην παραληφθείη, σιωπηθείη δὲ τὸ λειπόμενον, χωλεύσει πάντως τὸ σημαινόμενον ἐν τῷ λείποντι. οὐ γὰρ ἔστι δυνατὸν 〈δι᾽〉 ἑνός τινος τούτων τὴν ἐν ἑκατέρῳ σημασίαν ὑγιῶς παραστῆσαι. ὁ γὰρ ἀτελεύτητον εἰπὼν τὴν πρὸς τὸ τέλος μόνον ἀλλοτρίωσιν ἔδειξεν, οὐ μήν τι καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς διελέχθη· καὶ ὁ τὸν ἄναρχον ὀνομάσας τὸ μὲν ὑπὲρ ἀρχὴν εἶναι τὸ σημαινόμενον ἔδειξε, τὸν δὲ περὶ τοῦ τέλους λόγον ἀφῆκεν ἀμφίβολον.
Μετάφραση
Αυτό λέμε σχετικά με την αϊδιότητα του Θεού, το οποίο ακούσαμε από την προφητεία, ότι δηλαδή είναι Θεός και βασιλιάς προαιώνιος και βασιλεύει εις τον αιώνα και εις τους αιώνας των αιώνων και επέκεινα, και για τον λόγο αυτόν ορίζουμε ότι είναι ανώτερος από κάθε αρχή και βρίσκεται πέρα από κάθε τέλος. Έχοντας, λοιπόν, αυτήν την αντίληψη περί αυτού, ως πρέπουσα στον Θεό των όλων, διακηρύσσουμε αυτό που έχουμε νοήσει με δύο προσωνυμίες, φανερώνοντας το άπειρο, το διηνεκές και το αΐδιο της ζωής του Θεού με το «αγέννητο» και το «ατελεύτητο». Διότι, εάν εισαγόταν στη σκέψη μας μόνο το ένα από αυτά και αποσιωπάτο το υπόλοιπο, το σημαινόμενο θα χώλαινε οπωσδήποτε ως προς αυτό που λείπει. Επειδή δεν είναι δυνατόν, μέσω ενός μόνο από αυτά, να παρασταθεί ορθά η σημασία που ενυπάρχει στο καθένα. Διότι εκείνος που αναφέρθηκε στο «ατελεύτητο» υπέδειξε μόνον την αποξένωση προς το τέλος, χωρίς ωστόσο να αναφέρει κάτι περί της αρχής· και εκείνος που τον ονόμασε «άναρχο», αφενός έδειξε ότι το σημαινόμενο βρίσκεται υπεράνω πάσης αρχής, αφετέρου άφησε αμφίβολο τον λόγο περί του τέλους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες