Ὡς γὰρ ἡ στήλη μεταγραφομένη οὐ ζημιοῦται τὰ γράμματα, οὕτως ἡ περὶ Χριστοῦ προφητεία τῇ ἑρμηνείᾳ ἀντλουμένη οὐ μειοῦται τὰ δόγματα. Ἐπεὶ οὖν ἐπιτάφιός ἐστι Χριστοῦ στηλογραφία ἡ τοῦ προκειμένου ψαλμοῦ πραγματεία, καὶ τὸ πάθος Χριστοῦ καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν περιέχει ὡς ἡρμήνευσεν ὁ μακάριος ἀπόστολος Πέτρος, ἴδωμεν τὸν Δαυὶδ τὰ τοῦ Χριστοῦ λαλοῦντα καὶ λέγοντα· 〈Φύλαξόν με, κύριε, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.〉 Ἐξ Αἰγύπτου ἐρρυσάμην καὶ εἰς Αἴγυπτον φεύγω. Ἔμπροσθεν αὐτῶν ἐπορευόμην καὶ ὄπισθεν ἠκολούθουν· ἔμπροσθεν ὡς ὁδηγός, ὄπισθεν δὲ ὡς ποιμήν, ἵνα μήτε ἔμπροσθεν αὐτοῖς τὰ ἔθνη ὡς θηρία ἀπαντήσωσι, μήτε ὄπισθεν οἱ Αἰγύπτιοι ὡς κύνες πολλοὶ καταφάγωσι· 〈Περιεκύκλωσαν〉 γάρ 〈με κύνες πολλοί· ἤνοιξαν ἐπ᾽ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος. Φύλαξόν με, κύριε.〉 Εἰ μὴ ἔμπροσθεν αὐτῶν ἐγὼ προῆγον, οὐκ ἂν ἡ θάλασσα ἰδοῦσά με ἔφυγεν· οὐδ᾽ ἂν ὁ λαὸς εἰς πυθμένα βυθοῦ εἰσελθεῖν ἐτόλμησεν, εἰ μὴ εἶδεν ἐμὲ πρῶτον εἰσερχόμενον. Ἐν τῇ Μερρᾷ ὕδατα πικρὰ αὐτοῖς ἀπήντησαν τῆς θαλάσσης πικρότερα· καὶ ἦν τὰ πικρὰ ὕδατα τὴν πικρίαν τῆς ψυχῆς αὐτῶν ἐρευγόμενα. Καὶ ἐγὼ μὲν ξύλῳ τὰ πικρὰ ἐγλύκανα ὕδατα· αὐτοὶ δὲ παρεπίκρανάν με ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν. Ὕδωρ ἐκ πέτρας αὐτοῖς προήνεγκα, καὶ λίθους κατ᾽ ἐμοῦ ἐβάστασαν. Ξύλῳ τὸ ὕδωρ αὐτοῖς ἐγλύκανα, καὶ τῷ ξύλῳ με προσέπηξαν.
Μετάφραση
Διότι, όπως η στήλη όταν αντιγράφεται δεν υφίσταται ζημιά στα γράμματά της, έτσι και η προφητεία για τον Χριστό, όταν αντλείται μέσω της ερμηνείας, δεν μειώνει τα δόγματά της. Επειδή λοιπόν η πραγματεία του προκειμένου ψαλμού αποτελεί επιτάφια στηλογραφία του Χριστού, και περιλαμβάνει το πάθος του Χριστού, τον θάνατο και την ανάσταση, όπως τα ερμήνευσε ο μακάριος απόστολος Πέτρος, ας δούμε τον Δαβίδ να εκφέρει τα λόγια του Χριστού λέγοντας: «Φύλαξέ με, Κύριε, διότι σε σένα ήλπισα». Εγώ τους λύτρωσα από την Αίγυπτο, και στην Αίγυπτο φεύγω. Μπροστά τους πορευόμουν και από πίσω ακολουθούσα· μπροστά ως οδηγός, και πίσω ως ποιμένας, ώστε ούτε μπροστά τους να συναντήσουν τα έθνη σαν θηρία, ούτε από πίσω να τους κατασπαράξουν οι Αιγύπτιοι σαν πολλά σκυλιά· διότι «με περικύκλωσαν πολλά σκυλιά· άνοιξαν το στόμα τους εναντίον μου, σαν λιοντάρι που αρπάζει και ωρύεται. Φύλαξέ με, Κύριε». Εάν δεν προπορευόμουν εγώ μπροστά τους, η θάλασσα δεν θα έφευγε μόλις με είδε· ούτε ο λαός θα τολμούσε να εισέλθει στον πυθμένα του βυθού, αν δεν έβλεπε εμένα να εισέρχομαι πρώτος. Στη Μερρά τούς συνάντησαν πικρά νερά, πιο πικρά από της θάλασσας· και τα πικρά αυτά νερά ανέδιδαν την πικρία της ψυχής τους. Και εγώ μεν γλύκανα τα πικρά νερά με ένα ξύλο· αυτοί όμως με πίκραναν με τα είδωλά τους. Νερό από την πέτρα τούς προσέφερα, και εκείνοι σήκωσαν πέτρες εναντίον μου. Με ξύλο τούς γλύκανα το νερό, και στο ξύλο με κάρφωσαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες